194 αποτελέσματα για «消»

消防士 しょうぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβέστης
消し止める けしとめる

ρήμα

  1. 01 σβήνω, καταστέλλω
消臭 しょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 απόσμηση
消防隊 しょうぼうたい

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβεστική υπηρεσία, πυροσβεστικό σώμα
消防署 しょうぼうしょ N2

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβεστικός σταθμός
消音 しょうおん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιγάση (μηχανής, όπλου κ.λπ.), απόσβεση ήχου, σίγαση (π.χ. τηλεόρασης)
消する しょうする

ρήμα

  1. 01 εξαφανίζομαι
  2. 02 εξαφανίζω, ξεφορτώνομαι
  3. 03 περνώ (για τον χρόνο), αναλώνω (τον χρόνο)
消防団 しょうぼうだん

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβεστικό σώμα (στην Ιαπωνία, αποτελούμενο από εθελοντές πολιτικούς πυροσβέστες σε ετοιμότητα)
消極 しょうきょく

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παθητικός, αρνητικός, συντηρητικός
  2. 02 αποπόλωση
  3. 03 κάθοδος
消化試合 しょうかじあい

ουσιαστικό

  1. 01 τυπικός αγώνας (αγώνας που διεξάγεται ενώ έχει ήδη κριθεί η έκβαση του τουρνουά), αδιάφορος αγώνας
消費期限 しょうひきげん

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία λήξης (ειδικά για τρόφιμα), καταληκτική ημερομηνία κατανάλωσης
消臭剤 しょうしゅうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αποσμητικό, αποσμητικό μέσο, αποσμητικό χώρου
消費税率 しょうひぜいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής φόρου κατανάλωσης, συντελεστής φόρου πωλήσεων, συντελεστής ΦΠΑ
消費者金融 しょうひしゃきんゆう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτικό δάνειο (χρηματοοικονομικά, δανεισμός)
消化液 しょうかえき

ουσιαστικό

  1. 01 πεπτικά υγρά
消散 しょうさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάτμιση, διασπορά, εξανέμιση
消火栓 しょうかせん

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβεστικός κρουνός
消え残る きえのこる

ρήμα

  1. 01 παραμένω σβησμένος, επιζώ, εξακολουθώ να υπάρχω
消え果てる きえはてる

ρήμα

  1. 01 εξαφανίζομαι τελείως
消防庁 しょうぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία πυρόσβεσης και διαχείρισης καταστροφών