92 αποτελέσματα για «禁»

禁門の変 きんもんのへん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εξέγερση του Χαμαγκούρι (1864), επεισόδιο Κινμόν
禁猟 きんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση κυνηγιού
禁圧 きんあつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστολή, απαγόρευση, αποχή
禁漁 きんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση αλιείας
禁帯出 きんたいしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μόνο για αναφορά, χρήση μόνο εντός βιβλιοθήκης, απαγορεύεται ο δανεισμός
禁薬 きんやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή χρήσης ναρκωτικών, απότομη απεξάρτηση, καθαρός από ουσίες
禁衛 きんえい

ουσιαστικό

  1. 01 η προστασία του αυτοκράτορα
禁獄 きんごく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυλάκιση, εγκλεισμός
禁を解く きんをとく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αίρω απαγόρευση, καταργώ περιορισμό
禁闕 きんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 πύλη ανακτόρου
  2. 02 αυτοκρατορικό ανάκτορο
禁断の木の実 きんだんのこのみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απαγορευμένος καρπός
禁欲主義者 きんよくしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασκητής, στωικός
禁輸品 きんゆひん

ουσιαστικό

  1. 01 λαθραία εμπορεύματα, απαγορευμένα είδη
禁則処理 きんそくしょり

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία επεξεργαστή κειμένου για τη διαχείριση κανόνων αλλαγής γραμμής στα ιαπωνικά, έλεγχος αλλαγής γραμμής
禁帯出本 きんたいしゅつぼん

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο που δεν επιτρέπεται η δανειστική του χρήση (από βιβλιοθήκη κ.λπ.), περιορισμένης πρόσβασης βιβλίο, βιβλίο μόνο για επιτόπια ανάγνωση
禁煙パイプ きんえんパイプ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητό τσιγάρο που χρησιμοποιείται για την αποφυγή του καπνίσματος
禁漁区 きんりょうく

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο θηραμάτων, προστατευόμενη περιοχή άγριας ζωής
禁欲者 きんよくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασκητής
禁煙車 きんえんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο στο οποίο απαγορεύεται το κάπνισμα (ενοικιαζόμενο), όχημα χωρίς καπνό
  2. 02 βαγόνι στο οποίο απαγορεύεται το κάπνισμα (σε τρένο), βαγόνι μη καπνιστών
禁治産者 きんちさんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστικά συμπαραστατούμενος