93 αποτελέσματα για «積»

積みすぎる つみすぎる

ρήμα

  1. 01 υπερφορτώνω
積み増す つみます

ρήμα

  1. 01 αυξάνω (ένα χρηματικό ποσό ή αγαθά)
積み下ろす つみおろす

ρήμα

  1. 01 ξεφορτώνω
積極財政 せっきょくざいせい

ουσιαστικό

  1. 01 επεκτατική δημοσιονομική πολιτική
積極的平和主義 せっきょくてきへいわしゅぎ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ενεργητικός ειρηνισμός
積み増し つみまし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση (σε χρηματικό ποσό ή αγαθά), προσαύξηση
積悪 せきあく

ουσιαστικό

  1. 01 συσσώρευση κακών πράξεων, συσσωρευμένες αμαρτίες
積集合 せきしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 τομή
積善 せきぜん

ουσιαστικό

  1. 01 συσσώρευση αγαθοεργιών
積ん読 つんどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγοράζω βιβλία χωρίς να τα διαβάζω, συσσωρεύω αδιάβαστα βιβλία, τσουντόκου
  2. 02 βιβλία που έχουν αγοραστεί αλλά παραμένουν αδιάβαστα
積極的自由 せっきょくてきじゆう

ουσιαστικό

  1. 01 θετική ελευθερία
積載能力 せきさいのうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα φόρτωσης, χωρητικότητα φορτίου, μεταφορική ικανότητα
積極論 せっきょくろん

ουσιαστικό

  1. 01 θετικισμός, προοδευτική επιχειρηματολογία
積弊 せきへい

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνιο κακό, παγιωμένη κακώς κείμενη κατάσταση
積分法 せきぶんほう

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκλήρωση
積立貯金 つみたてちょきん

ουσιαστικό

  1. 01 αποταμίευση με δόσεις
積み方 つみかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος στοίβαξης, μοτίβο τοποθέτησης, φόρτωση
  2. 02 στοιβαδόρος
積率 せきりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ροπή (στατιστική)
積分器 せきぶんき

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρωτής
積み肥 つみごえ

ουσιαστικό

  1. 01 κομπόστ, κοπριά