63 αποτελέσματα για «編»
編入学 へんにゅうがく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εισαγωγή και κατάταξη (π.χ. σε σχολείο), μεταγραφή, εισαγωγή με αναγνώριση προϋπηρεσίας ή σπουδών
編み図 あみず
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο πλεξίματος, οδηγίες πλεξίματος
編集子 へんしゅうし
ουσιαστικό
- 01 μέλος της συντακτικής ομάδας
編集主幹 へんしゅうしゅかん
ουσιαστικό
- 01 αρχισυντάκτης
編製 へんせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάρτιση (νέου οικογενειακού μητρώου), σύνταξη (εκλογικού καταλόγου, καταλόγου παιδιών σχολικής ηλικίας κ.λπ.)
編集機能 へんしゅうきのう
ουσιαστικό
- 01 δυνατότητα επεξεργασίας
- 02 λειτουργία επεξεργαστή
編集版 へんしゅうばん
ουσιαστικό
- 01 επιμελημένη έκδοση, επιμελημένη μορφή
編年史 へんねんし
ουσιαστικό
- 01 χρονικό
編地 あみじ
ουσιαστικό
- 01 πλεκτό ύφασμα, ύφασμα βελονάκι
編みのかご あみのかご
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ψάθινο καλάθι, πλεκτό καλάθι
編み戸 あみど
ουσιαστικό
- 01 πόρτα κατασκευασμένη από πλεγμένα καλάμια, μπαμπού κ.λπ.
編笠茸 アミガサタケ
ουσιαστικό
- 01 αμιγκασατάκε (είδος βρώσιμου μύκητα της οικογένειας Morchellaceae), κίτρινο μορχέλα
編章 へんしょう
ουσιαστικό
- 01 τόμοι και κεφάλαια
- 02 σύνθεση, συγγραφή
編組機械 へんそきかい
ουσιαστικό
- 01 μηχανή πλέξης
編鐘 へんしょう
ουσιαστικό
- 01 μπιαντζόνγκ (αρχαίο κινεζικό μουσικό όργανο, σύνολο χάλκινων καμπανών τοποθετημένων σε ξύλινο πλαίσιο, που παίζονται με ξύλινο σφυρί)
編集モード へんしゅうモード
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση επεξεργασίας
編集処理 へんしゅうしょり
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία επεξεργασίας
編集用文字 へんしゅうようもじ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας επεξεργασίας
編集権 へんしゅうけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα συντακτικής ελευθερίας, εκδοτικά δικαιώματα
編纂所 へんさんじょ
ουσιαστικό
- 01 συντακτικό γραφείο