75 αποτελέσματα για «肩»

肩肘 かたひじ

ουσιαστικό

  1. 01 ώμοι και αγκώνες
肩衣 かたぎぬ

ουσιαστικό

  1. 01 αμάνικος τελετουργικός χιτώνας σαμουράι (αντικαθιστώντας το σουό της περιόδου Μουρομάτσι)
  2. 02 κοντός, αμάνικος χιτώνας που φοριέται από τους κοινούς θνητούς
肩関節 かたかんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 άρθρωση του ώμου
肩透かしを食う かたすかしをくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 απογοητεύομαι, νιώθω να με απογοητεύουν
  2. 02 βλέπω κάποιον να αποφεύγει την επίθεσή μου (ερώτηση κ.λπ.), μένω με την όρεξη ενώ ο άλλος μου διαφεύγει
肩ロース かたロース

ουσιαστικό

  1. 01 σπάλα (π.χ. αρνιού)
肩掛けカバン かたかけカバン

ουσιαστικό

  1. 01 τσάντα ώμου
肩衝 かたつき

ουσιαστικό

  1. 01 δοχείο τσαγιού που διαθέτει έντονους ώμους κοντά στον λαιμό
肩が張る かたがはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω πιασμένους ώμους
  2. 02 νιώθω αμήχανα, νιώθω άβολα, νιώθω τεταμένα
肩帯 けんたい

ουσιαστικό

  1. 01 θωρακική ζώνη, ζώνη των ώμων
肩上げ かたあげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κόντεμα στον ώμο (παιδικού ενδύματος), σούρα στον ώμο
肩寄せる かたよせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στέκομαι δίπλα-δίπλα, έχω το χέρι μου στον ώμο του άλλου
肩身が広い かたみがひろい

άλλο

  1. 01 υπερήφανος, με το κεφάλι ψηλά
肩高 けんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος ακρωμίου (το ύψος από το έδαφος έως τις ωμοπλάτες στα ζώα)
肩揚げも取れる かたあげもとれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενηλικιώνομαι
肩山 かたやま

ουσιαστικό

  1. 01 το ψηλότερο σημείο του ώμου (σε ένα ρούχο)
肩揚げが取れる かたあげがとれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενηλικιώνομαι
肩をいからせる かたをいからせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υψώνω τους ώμους μου (για να εκφοβίσω)
肩巾 ひれ

ουσιαστικό

  1. 01 εσάρπα (στους ώμους γυναικείου φορέματος)
肩甲帯 けんこうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ωμοπλατική ζώνη
肩透かしを食わせる かたすかしをくわせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποφεύγω (επίθεση, ερώτηση, κ.λπ.), παρακάμπτω, υπεκφεύγω