178 αποτελέσματα για «追»

追記 ついき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υστέρημα, υστερόγραφο
  2. 02 προσθήκη, συμπλήρωση (ειδικά δεδομένων ή πληροφοριών)
追伸 ついしん

ουσιαστικό

  1. 01 υστέρογραφο, υ.γ.
追悼 ついとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πένθος
追っかけ おっかけ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 καταδίωξη, κυνηγητό
  2. 02 σκηνή καταδίωξης (σε ταινία)
  3. 03 εμμονικός θαυμαστής που ακολουθεί παντού μια διασημότητα, groupie
  4. 04 κατά διαδοχή, το ένα μετά το άλλο, σύντομα (μετά)
追体験 ついたいけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιωματική εμπειρία μέσω άλλου, αναβίωση εμπειρίας
追走 ついそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταδίωξη, κυνηγητό
追加注文 ついかちゅうもん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματική παραγγελία, προσθήκη σε υφιστάμενη παραγγελία
追突 ついとつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οπίσθια σύγκρουση
追い散らす おいちらす

ρήμα

  1. 01 διώχνω, σκορπίζω, τρέπω σε φυγή
追加料金 ついかりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετη επιβάρυνση, έξτρα χρέωση
追想 ついそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάμνηση, νοσταλγική αναπόληση
追討 ついとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εντοπισμός και εξόντωση, τιμωρητική εκστρατεία
追っつく おっつく

ρήμα

  1. 01 προλαβαίνω, φτάνω, εξισώνομαι
  2. 02 αποζημιώνομαι, καλύπτω τις απώλειές μου
追い出し おいだし

ουσιαστικό

  1. 01 αποβολή, απόλυση, έξωση, εκδίωξη
  2. 02 χτύπημα τυμπάνου στο τέλος της ημερήσιας παράστασης (στο θέατρο, στο σούμο, κλπ.)
追加点 ついかてん

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλέον πόντος, επιπλέον γκολ, επιπλέον τρέξιμο (στο μπέιζμπολ)
追分 おいわけ

ουσιαστικό

  1. 01 διακλάδωση δρόμου, οϊβάκε
追跡調査 ついせきちょうさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έρευνα παρακολούθησης, έρευνα ιχνηλάτησης
  2. 02 ιχνηλάτηση επαφών (λοιμώδους νοσήματος)
追認 ついにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επικύρωση, επιβεβαίωση
追撃戦 ついげきせん

ουσιαστικό

  1. 01 καταδίωξη, μάχη καταδίωξης
追いはぎ おいはぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ληστής του δρόμου, λωποδύτης, επιδρομέας, κλέφτης δρόμου
  2. 02 ληστεία στο δρόμο, ένοπλη ληστεία, κλοπή με απειλή βίας