377 αποτελέσματα για «通»
通算 つうさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνολικό άθροισμα, σύνολο
通り名 とおりな
ουσιαστικό
- 01 ψευδώνυμο, καλλιτεχνικό όνομα, παρατσούκλι
- 02 ονομασία σπιτιού ή οικογένειας
- 03 όνομα δρόμου, ονομασία οδού
通商 つうしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμπόριο, συναλλαγές
通りがかり とおりがかり
ουσιαστικό
- 01 περαστικός (καθώς διέρχομαι)
通用口 つうようぐち
ουσιαστικό
- 01 πλευρική είσοδος, είσοδος για προμηθευτές, είσοδος υπηρεσίας, είσοδος προσωπικού
通り どおり
ουσιαστικό
- 01 σύμφωνα με, κατά
- 02 περίπου, κατά προσέγγιση
- 03 οδός, λεωφόρος
通院 つういん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τακτική μετάβαση στο νοσοκομείο για θεραπεία, παρακολούθηση ως εξωτερικός ασθενής
通行止め つうこうどめ
ουσιαστικό, άλλο
- 01 διακοπή κυκλοφορίας (σε δρόμο), αποκλεισμός οδού
- 02 δρόμος κλειστός, απαγορεύεται η διέλευση, κλειστό για την κυκλοφορία
通夜 つや
ουσιαστικό
- 01 νυχτέρι δίπλα στη σορό, αγρυπνία
通い始める かよいはじめる
ρήμα
- 01 αρχίζω να πηγαίνω τακτικά (π.χ. στο σχολείο)
通知音 つうちおん
ουσιαστικό
- 01 ήχος ειδοποίησης
通常業務 つうじょうぎょうむ
ουσιαστικό
- 01 κανονικά καθήκοντα, τακτική εργασία
通い慣れる かよいなれる
ρήμα
- 01 πηγαίνω συχνά από μια συγκεκριμένη διαδρομή (για παράδειγμα έναν δρόμο ή ένα μονοπάτι)
通せんぼ とおせんぼ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φράξιμο του δρόμου, εμπόδισμα της διέλευσης
通過点 つうかてん
ουσιαστικό
- 01 ενδιάμεσο σημείο (π.χ. σε σύστημα GPS), σημείο ελέγχου
通行証 つうこうしょう
ουσιαστικό
- 01 άδεια διέλευσης (π.χ. άδεια εισόδου στα παρασκήνια), έγκριση (για διέλευση ή ταξίδι), διαβατήριο
通信手段 つうしんしゅだん
ουσιαστικό
- 01 μέσο επικοινωνίας
通過儀礼 つうかぎれい
ουσιαστικό
- 01 τελετή μετάβασης (τελετουργία που σηματοδοτεί τη μετάβαση από ένα στάδιο της ζωής σε ένα άλλο)
通りすがる とおりすがる
ρήμα
- 01 τυχαίνει να περνώ από κάπου, περνώ από δίπλα
通信機器 つうしんきき
ουσιαστικό
- 01 εξοπλισμός τηλεπικοινωνιών, συσκευή επικοινωνίας