353 αποτελέσματα για «連»
連隊 れんたい
ουσιαστικό
- 01 σύνταγμα
連休 れんきゅう N1
ουσιαστικό
- 01 συνεχόμενες αργίες
連勝 れんしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνεχόμενες νίκες, σειρά νικών, σερί νικών
連戦 れんせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σειρά μαχών, διαδοχικές μάχες
連敗 れんぱい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σερί ήττες, διαδοχικές ήττες
連続殺人 れんぞくさつじん
ουσιαστικό
- 01 κατά συρροή ανθρωποκτονίες
連れ添う つれそう
ρήμα
- 01 γίνομαι ζευγάρι, είμαι σύζυγος, είμαι παντρεμένος
連なり つらなり
ουσιαστικό
- 01 σειρά, ακολουθία (κάποιου πράγματος), οροσειρά (π.χ. βουνών)
連絡事項 れんらくじこう
ουσιαστικό
- 01 ενημερωτικό μήνυμα, θέμα προς ανακοίνωση
連帯感 れんたいかん
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα αλληλεγγύης
連覇 れんぱ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαδοχικές κατακτήσεις πρωταθλήματος
連綿 れんめん
άλλο, επίρρημα
- 01 αδιάλειπτος, συνεχής, ατέρμονος
連合国 れんごうこく
ουσιαστικό
- 01 συμμαχικά κράτη
- 02 σύμμαχοι (Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος), συμμαχικές δυνάμεις
連れ歩く つれあるく
ρήμα
- 01 συνοδεύω κάποιον με τα πόδια, παίρνω κάποιον μαζί μου
- 02 περιφέρω κάποιον (ιδιαίτερα παιδί), έχω κάποιον μαζί μου στις μετακινήσεις μου
連帯責任 れんたいせきにん
ουσιαστικό
- 01 συλλογική ευθύνη, αλληλέγγυα ευθύνη
連帯 れんたい N1
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο
- 01 αλληλεγγύη
- 02 κοινός, συλλογικός
連名 れんめい
ουσιαστικό
- 01 συνυπογραφή
連係 れんけい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνδεση, διασύνδεση, σύνδεσμος, συνεννόηση, επαφή, συντονισμός
連れ子 つれこ
ουσιαστικό
- 01 παιδί από προηγούμενο γάμο, παιδί πρώην συζύγου, προγονός
連続的 れんぞくてき
επίθετο
- 01 διαδοχικός, συνεχής, αλληλοδιάδοχος