56 αποτελέσματα για «釣»

釣り籠 つりかご

ουσιαστικό

  1. 01 καλάθι ψαρά, ψαροκόφινο
釣船草 つりふねそう

ουσιαστικό

  1. 01 τσουριφουνεσό (Impatiens textori), είδος βαλσαμίνης
釣り鐘虫 つりがねむし

ουσιαστικό

  1. 01 τυριγκανέμουσι (πρωτόζωο μικροοργανισμός που μοιάζει με καμπάνα)
釣り込まれる つりこまれる

ρήμα

  1. 01 παρασύρομαι, πείθομαι, δελεάζομαι
釣られる つられる

ρήμα

  1. 01 παρασύρομαι, δελεάζομαι, παρασύρομαι από κάτι, παγιδεύομαι
釣り浮き つりうき

ουσιαστικό

  1. 01 φελός ψαρέματος, φελλός
釣り落とした魚は大きい つりおとしたさかなはおおきい

άλλο, επίθετο

  1. 01 το ψάρι που έχασες είναι πάντα το μεγαλύτερο
釣り柿 つりがき

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστός λωτός (κρεμασμένος για αποξήρανση), αποξηραμένος λωτός
釣菌 ちょうきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομόνωση βακτηρίων (από τρυβλίο Petri, κ.λπ.)
釣太鼓 つりだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 τσουριντάικο, μεγάλο κρεμαστό τύμπανο που χρησιμοποιείται σε παραστάσεις μπουγκάκου και γκαγκάκου
釣鐘型 つりがねがた

ουσιαστικό

  1. 01 καμπανοειδές σχήμα
釣り見出し つりみだし

ουσιαστικό

  1. 01 τίτλος παγίδα για κλικ, επικεφαλίδα παγίδα για κλικ
釣りタイトル つりタイトル

ουσιαστικό

  1. 01 παραπλανητικός τίτλος, προκλητικός τίτλος για προσέλκυση κλικ
釣鐘墨 つりがねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 μελάνι σε σχήμα καμπάνας, κατασκευασμένο από αιθάλη πεύκου και κερί
釣った魚に餌をやらない つったさかなにえさをやらない

άλλο

  1. 01 εφησυχασμός στη σχέση μετά την κατάκτησή της, να μην ταΐζεις το ψάρι αφού το πιάσεις
  1. 01 ψάρεμα
  2. 02 ψαρεύω
  3. 03 πιάνω
  4. 04 δελεάζω
  5. 05 παγιδεύω