89 αποτελέσματα για «閉»

閉域 へいいき

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό (π.χ. δίκτυο)
閉業 へいぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο επιχείρησης, διακοπή λειτουργίας
  2. 02 κλείσιμο επιχείρησης για την ημέρα
閉経期 へいけいき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εμμηνόπαυση, εμμηνοπαυσιακός
閉止 へいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή, σταμάτημα
閉眼 へいがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο των ματιών
  2. 02 αποβίωση, θάνατος
閉塞状態 へいそくじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση απόφραξης, κατάσταση κλεισίματος
閉鎖式 へいさしき

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό κύκλωμα
閉経後 へいけいご

ουσιαστικό

  1. 01 μετεμμηνοπαυσιακός
閉曲線 へいきょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστή καμπύλη
閉口頓首 へいこうとんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι σε πλήρη αμηχανία για το τι πρέπει να κάνω, φτάνω στα όριά μου, μένω άναυδος χωρίς απάντηση
閉所恐怖 へいしょきょうふ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστοφοβία, φόβος για κλειστούς χώρους
閉じ込め症候群 とじこめしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο εγκλεισμού
閉回路 へいかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό κύκλωμα
閉門蟄居 へいもんちっきょ

ουσιαστικό

  1. 01 κατ' οίκον περιορισμός, περιορισμός στο σπίτι
閉鎖音 へいさおん

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό σύμφωνο, στιγμιαίο σύμφωνο, αποφρακτικό σύμφωνο
閉脚 へいきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κλείσιμο των σκελών, διατήρηση των σκελών ενωμένων (στη γυμναστική)
閉月羞花 へいげつしゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 η ομορφιά μιας μοναδικής γυναίκας, μεγάλη ομορφιά, (τόσο όμορφη που) το φεγγάρι κρύβεται και τα λουλούδια ντρέπονται
閉講 へいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση κύκλου σπουδών (προγράμματος κ.λπ.), λήξη κύκλου σπουδών (προγράμματος κ.λπ.)
閉架式 へいかしき

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό σύστημα αρχειοθέτησης (για παράδειγμα, σε βιβλιοθήκη)
閉世界 へいせかい

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστός κόσμος