171 αποτελέσματα για «付»
付け加えると つけくわえると
επίρρημα
- 01 επιπλέον, συν τοις άλλοις
付き添い役 つきそいやく
ουσιαστικό
- 01 συνοδός, κουμπάρος (σε γάμο), παράνυμφος
付言 ふげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόσθετη επισήμανση, υστερόγραφο, επιπλέον παρατηρήσεις
付和雷同 ふわらいどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τυφλή συμμόρφωση, μιμητισμός χωρίς σκέψη
付託 ふたく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραπομπή, υποβολή (π.χ. σε επιτροπή), ανάθεση
付け爪 つけづめ
ουσιαστικό
- 01 τεχνητό νύχι, ψεύτικο νύχι
付設 ふせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράρτημα, προσαρτημένη δομή ή ίδρυμα
付き具合 つきぐあい
ουσιαστικό
- 01 βαθμός επικάλυψης (π.χ. κραγιόν), πυκνότητα (π.χ. φύλλων σε δέντρο), κορεσμός (π.χ. χρώματος), ποιότητα πρόσφυσης, βαθμός
付ききり つききり
ουσιαστικό
- 01 συνεχής παρουσία, αδιάλειπτη επίβλεψη, αδιάκοπη συνοδεία κάποιου
付け加え つけくわえ
ουσιαστικό
- 01 προσθήκη (σε κάτι)
付帯条件 ふたいじょうけん
ουσιαστικό
- 01 παρεπόμενος όρος (συμπληρωματικός)
付け出す つけだす
ρήμα
- 01 χρεώνω
付け文 つけぶみ
ουσιαστικό
- 01 ερωτικό γράμμα
付帯決議 ふたいけつぎ
ουσιαστικό
- 01 συμπληρωματικό ψήφισμα (πρόσθετη απόφαση)
付会 ふかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσθήκη, σύνδεση, ένωση
- 02 καταναγκαστική συναγωγή συμπεράσματος, βεβιασμένη αναλογία
付合 ふごう
ουσιαστικό
- 01 προσάρτηση, ένωση
付けたり つけたり
ουσιαστικό
- 01 προσθήκη, πρόσθετο στοιχείο, πρόσχημα
付け値 つけね
ουσιαστικό
- 01 προσφορά, αντιπροσφορά
付けペン つけペン
ουσιαστικό
- 01 πένα με κοντύλι, πένα με μύτη
付き添い人 つきそいにん
ουσιαστικό
- 01 συνοδός