222 αποτελέσματα για «代»
代理母 だいりはは
ουσιαστικό
- 01 παρένθετη μητέρα
代作 だいさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγγραφή κειμένου για λογαριασμό άλλου
代参 だいさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντιπροσωπευτική επίσκεψη σε ναό για λογαριασμό άλλου
代替手段 だいたいしゅだん
ουσιαστικό
- 01 εναλλακτικό μέσο, εναλλακτική μέθοδος
代わり がわり
επίθημα
- 01 αντικαταστάτης του..., στη θέση του...
代議員 だいぎいん
ουσιαστικό
- 01 αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος
代表部 だいひょうぶ
ουσιαστικό
- 01 διπλωματική αποστολή
代人 だいにん
ουσιαστικό
- 01 αντικαταστάτης, αναπληρωτής, πληρεξούσιος, εκπρόσωπος, πράκτορας
代書屋 だいしょや
ουσιαστικό
- 01 συμβολαιογράφος, γραφέας, αντιγραφέας
代理出産 だいりしゅっさん
ουσιαστικό
- 01 παρένθετη μητρότητα
代走 だいそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντικαταστάτης δρομέας
- 02 αντικαταστάτης
代数学 だいすうがく
ουσιαστικό
- 01 άλγεβρα
代数的 だいすうてき
επίθετο
- 01 αλγεβρικός
代表代行 だいひょうだいこう
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωτής εκπρόσωπος (συνήθως κόμματος)
代書 だいしょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντιγραφέας, γραφέας
代引き だいびき
ουσιαστικό
- 01 αντικαταβολή
代位 だいい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποκατάσταση, αντικατάσταση
代言人 だいげんにん
ουσιαστικό
- 01 πληρεξούσιος, δικηγόρος
代替機 だいたいき
ουσιαστικό
- 01 συσκευή αντικατάστασης
- 02 αεροσκάφος αντικατάστασης
代車 だいしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκίνητο αντικατάστασης (για παράδειγμα από συνεργείο που επισκευάζει το όχημα κάποιου)