88 αποτελέσματα για «吹»
吹き回し ふきまわし
ουσιαστικό
- 01 κατεύθυνση του ανέμου, συνθήκες
吹き替え版 ふきかえばん
ουσιαστικό
- 01 μεταγλωττισμένη έκδοση (ταινίας, κλπ.)
吹き針 ふきばり
ουσιαστικό
- 01 φυσίγγιο ή βέλος για φυσέκα
吹きガラス ふきガラス
ουσιαστικό
- 01 φυσητό γυαλί
吹き落とす ふきおとす
ρήμα
- 01 ρίχνω με τον άνεμο (καρπούς)
吹き分ける ふきわける
ρήμα
- 01 φυσώ ώστε να διαχωρίσω, ξεδιαλέγω με τη χρήση αέρα, λιώνω μέταλλο για τον διαχωρισμό του
吹き抜く ふきぬく
ρήμα
- 01 διαπερνώ φυσώντας, περνώ φυσώντας, ξεφυσώ
吹き寄せ ふきよせ
ουσιαστικό
- 01 ποικιλία (φαγητών, τραγουδιών κ.ά.)
- 02 συσσώρευση (χιόνα ή άμμου)
吹管 すいかん
ουσιαστικό
- 01 φυσητήρας
吹き付け ふきつけ
ουσιαστικό
- 01 ψεκασμός
吹奏者 すいそうしゃ
ουσιαστικό
- 01 οργανοπαίκτης πνευστού οργάνου
吹き集める ふきあつめる
ρήμα
- 01 παρασύρω και συγκεντρώνω (με τη δύναμη του ανέμου)
吹き物 ふきもの
ουσιαστικό
- 01 πνευστό μουσικό όργανο (ιδιαίτερα στη μουσική γκαγκάκου)
吹禅 すいぜん
ουσιαστικό
- 01 σουιζέν, διαλογισμός μέσω της αναπνοής με το όργανο σακουχάτσι
吹抜屋台 ふきぬきやたい
ουσιαστικό
- 01 τεχνική ζωγραφικής Γιαμάτο-ε με αφαιρούμενη στέγη, αναπαράσταση κτιρίου χωρίς τη στέγη του για να αποκαλυφθεί το εσωτερικό του
吹き上げ ふきあげ
ουσιαστικό
- 01 παραλία εκτεθειμένη σε ανοδικούς ανέμους, αμμουδιά εκτεθειμένη σε θαλασσινούς ανέμους
- 02 συντριβάνι
吹き抜き ふきぬき
ουσιαστικό
- 01 κλιμακοστάσιο, αίθριο
- 02 ταινία, σημαιάκι
吹き頻る ふきしきる
ρήμα
- 01 φυσώ με ορμή, φυσώ ακατάπαυστα, φυσώ δυνατά (για τον άνεμο)
吹き通し ふきとおし
ουσιαστικό
- 01 διαμπερές ρεύμα αέρα, αερισμός, ρεύμα
- 02 ακατάπαυστο φύσημα
- 03 υπερβολή, καυχησιολογία
吹き矢筒 ふきやづつ
ουσιαστικό
- 01 καλαμάκι φυσοκάλαμου, φυσέκο