247 αποτελέσματα για «土»
土用 どよう
ουσιαστικό
- 01 καρδιά του καλοκαιριού (από τα τέλη Ιουλίου έως τις αρχές Αυγούστου), περίοδος καύσωνα
- 02 τελευταίες 18 ημέρες κάθε εποχής σύμφωνα με το παραδοσιακό ηλιακό ημερολόγιο
土になる つちになる
άλλο, ρήμα
- 01 πεθαίνω, γίνομαι χώμα
土臭い つちくさい
επίθετο
- 01 που μυρίζει χώμα, επαρχιώτικος
土佐犬 とさけん
ουσιαστικό
- 01 τόσα, ράτσα σκύλου
- 02 σικόκου, ράτσα σκύλου
土左衛門 どざえもん
ουσιαστικό
- 01 πνιγμένο πτώμα
土踏まず つちふまず
ουσιαστικό
- 01 καμάρα του ποδιού, πελματιαία καμάρα
土俗 どぞく
ουσιαστικό
- 01 τοπικά έθιμα
土地土地 とちとち
ουσιαστικό
- 01 κάθε τοποθεσία, κάθε μέρος, κάθε περιοχή
土俵際 どひょうぎわ
ουσιαστικό
- 01 άκρη του ντοχιό (του αγωνιστικού χώρου στο σούμο)
- 02 χείλος, κρίσιμη στιγμή, ύστατη στιγμή
土筆 つくし
ουσιαστικό
- 01 εύφορος βλαστός της πολυκόμπι
- 02 ξύλινο ραβδί με καμένη άκρη (χρησιμοποιείται για τη δημιουργία προσχεδίων)
土工 どこう
ουσιαστικό
- 01 χωματουργικά έργα
- 02 εργάτης γης, οικοδόμος
土を被せる つちをかぶせる
άλλο, ρήμα
- 01 καλύπτω με χώμα
土を固める つちをかためる
άλλο, ρήμα
- 01 συμπυκνώνω το χώμα σε μάζα
土建屋 どけんや
ουσιαστικό
- 01 εργολάβος γενικών κατασκευών και τεχνικών έργων
土壌改良 どじょうかいりょう
ουσιαστικό
- 01 βελτίωση του εδάφους, εδαφοβελτίωση
土神 つちがみ
ουσιαστικό
- 01 θεότητα της γης, θεός του εδάφους
土牢 つちろう
ουσιαστικό
- 01 υπόγεια φυλακή, μπουντρούμι
土産屋 みやげや
ουσιαστικό
- 01 μαγαζί με τουριστικά είδη
土となる つちとなる
άλλο, ρήμα
- 01 πεθαίνω, γίνομαι χώμα
土足厳禁 どそくげんきん
άλλο
- 01 απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος με παπούτσια