184 αποτελέσματα για «成»

成人年齢 せいじんねんれい

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικη ηλικία, ηλικία ενηλικίωσης
成り行き任せ なりゆきまかせ

ουσιαστικό

  1. 01 αφήνω κάτι στην τύχη, παρασύρομαι από τις εξελίξεις, (είμαι) ανέμελος
成り切る なりきる

ρήμα

  1. 01 γίνομαι ολοκληρωτικά, μεταμορφώνομαι πλήρως
成犬 せいけん

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικος σκύλος, πλήρως ανεπτυγμένος σκύλος, ώριμος σκύλος
成り なり

ουσιαστικό

  1. 01 προαγμένος (για πιόνι στο σόγκι)
成人病 せいじんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθένεια των ενηλίκων, νόσος που σχετίζεται με τον τρόπο ζωής
成長ホルモン せいちょうホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 αυξητική ορμόνη
成績不振 せいせきふしん

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή ακαδημαϊκή επίδοση, κακά επιχειρηματικά αποτελέσματα
成り変わる なりかわる

ρήμα

  1. 01 μεταβάλλομαι, μετατρέπομαι σε, γίνομαι
成長痛 せいちょうつう

ουσιαστικό

  1. 01 πόνοι ανάπτυξης
成功裏 せいこうり

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχημένη έκβαση, με επιτυχία
成人の日 せいじんのひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα ενηλικίωσης (εθνική εορτή, δεύτερη Δευτέρα του Ιανουαρίου), ημέρα ενηλίκων
成熟期 せいじゅくき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ωριμότητας, εφηβεία, ήβη
成果を収める せいかをおさめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σημειώνω επιτυχία, φέρνω σε πέρας με επιτυχία
成果主義 せいかしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 προσανατολισμός στο αποτέλεσμα, προσέγγιση βάσει αποτελεσμάτων, πίστη στο αποτέλεσμα
成魚 せいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικο ψάρι
成道 じょうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω το μονοπάτι προς τη φώτιση (μέσω της επίτευξης της βουδικής κατάστασης)
成句 せいく

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωματισμός, στερεότυπη φράση, ιδιωματική έκφραση
  2. 02 παροιμία, γνωμικό, απόφθεγμα, αφορισμός
成熟度 せいじゅくど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός ωριμότητας
成人指定 せいじんしてい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλο μόνο για ενήλικες