115 αποτελέσματα για «活»

活け締め いけじめ

ουσιαστικό

  1. 01 ικεζίμε, η αφαίμαξη ζωντανού ψαριού (από το σημείο πάνω από τα βράγχια και τη βάση της ουράς) για τη διατήρηση της φρεσκάδας του
  2. 02 νηστεία ψαριών για αρκετές ημέρες ώστε να διατηρηθεί η γεύση και η ποιότητα (και να μειωθεί η θνησιμότητα κατά τη μεταφορά)
  3. 03 θανάτωση ψαριού σε ενυδρείο (αμέσως πριν από το μαγείρεμα), ψάρι θανατωμένο σε ενυδρείο
活魚 かつぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανό ψάρι και θαλασσινό (που διατηρείται σε δεξαμενή σε εστιατόριο)
活用表 かつようひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας κλίσης, διάγραμμα κλίσης
活用語尾 かつようごび

ουσιαστικό

  1. 01 καταληκτική συλλαβή κλίσης (στα ιαπωνικά)
活気横溢 かっきおういつ

ουσιαστικό

  1. 01 γεμάτος ζωντάνια (ενέργεια), με πληθωρική διάθεση, εύθυμος, ενθουσιώδης
活動過剰 かつどうかじょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερδραστηριότητα
活仏 かつぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μέγας Λάμα, ζωντανός Βούδας
活を求める かつをもとめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσπαθώ να βρω διέξοδο
活用率 かつようりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό δραστηριότητας
活動誌 かつどうし

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδικό ειδικού ενδιαφέροντος, ενημερωτικό δελτίο
活用語 かつようご

ουσιαστικό

  1. 01 κλιτή λέξη (στα ιαπωνικά), λέξη που κλίνεται
活性炭フィルター かっせいたんフィルター

ουσιαστικό

  1. 01 φίλτρο ενεργού άνθρακα
活性中心 かっせいちゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργό κέντρο
活きのいい いきのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 φρέσκος (π.χ. ψάρι)
  2. 02 ζωηρός, γεμάτος ενέργεια, δραστήριος, δυναμικός
活きがいい いきがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 φρέσκος (π.χ. ψάρι)
  2. 02 ζωηρός, γεμάτος ζωντάνια, δραστήριος, γεμάτος ενέργεια
活字体で書く かつじたいでかく

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκτυπώνω (σε τυπογραφικό πιεστήριο)
活量 かつりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργότητα
活路開拓 かつろかいたく

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπτυξη τρόπου ή μέσου
活性汚泥 かっせいおでい

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργός ιλύς
活線 かっせん

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτροφόρο καλώδιο