128 αποτελέσματα για «突»

突き殺す つきころす

ρήμα

  1. 01 μαχαιρώνω μέχρι θανάτου
突っかける つっかける

ρήμα

  1. 01 φοράω πρόχειρα (παντόφλες, σανδάλια κ.λπ.)
  2. 02 προσκρούω, χτυπάω (π.χ. το πόδι μου) πάνω σε κάτι
  3. 03 σπρώχνω τον αντίπαλο κάτω πριν προλάβει να σηκωθεί
突立 とったつ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθώνομαι, στέκομαι ίσια
突貫工事 とっかんこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 έργο που εκτελείται με καταιγιστικούς ρυθμούς
突然死 とつぜんし

ουσιαστικό

  1. 01 αιφνίδιος θάνατος, ξαφνικός θάνατος
突き合う つきあう

ρήμα

  1. 01 αλληλοσκουντιέμαι, αλληλοσπρώχνομαι
突然だけど とつぜんだけど

άλλο

  1. 01 άσχετα με όσα λέγαμε, για να αλλάξουμε θέμα
突破口を開く とっぱこうをひらく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω δίοδο, σημειώνω σημαντική πρόοδο, ανοίγω τον δρόμο
突撃隊 とつげきたい

ουσιαστικό

  1. 01 τάγμα εφόδου, SA, στρατεύματα εφόδου, φαιοχίτωνες
  2. 02 στρατεύματα κρούσης, στρατεύματα εφόδου
突き指 つきゆび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τραυματισμός δακτύλου από πρόσκρουση, χτύπημα δακτύλου ποδιού, διάστρεμμα δακτύλου (χεριού ή ποδιού)
突き出し つきだし

ουσιαστικό

  1. 01 προεξοχή
  2. 02 ορεκτικό, μεζές (που σερβίρεται με ποτό)
  3. 03 τωκιντάσι (νικητήρια τεχνική στο σούμο όπου ο παλαιστής σπρώχνει τον αντίπαλο έξω από το ρινγκ)
突堤 とってい

ουσιαστικό

  1. 01 προκυμαία, κυματοθραύστης, προβλήτα
突っ張り つっぱり

ουσιαστικό

  1. 01 υποστύλωμα, αντηρίδα, στήριγμα, δοκός
  2. 02 τέντωμα, σφίξιμο, δυσκαμψία, κράμπα
  3. 03 ώθηση, επιθέσεις με χαστούκια
  4. 04 παραβατικότητα, παραβάτης, ταραχοποιός
突っ込みどころ満載 つっこみどころまんさい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 γεμάτος με σημεία για κριτική ή χιούμορ, γεμάτος ασυνέπειες, εντελώς γελοίος
突き抜く つきぬく

ρήμα

  1. 01 διαπερνώ, τρυπώ, διεισδύω
突きのける つきのける

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω στην άκρη
突っ放す つっぱなす

ρήμα

  1. 01 απομακρύνω, απωθώ, αντιμετωπίζω με αδιαφορία ή ψυχρότητα
突貫作業 とっかんさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατεπείγουσα εργασία, εργασία υπό πίεση χρόνου, εργασία σε ρυθμούς εξπρές, εργασία με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα
突き落とし つきおとし

ουσιαστικό

  1. 01 σπρώξιμο προς τα κάτω (νικητήρια τεχνική)
突兀 とっこつ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 υψηλός, ορμητικός, επιβλητικός, απόκρημνος, ψηλός και απότομος, που προεξέχει έντονα, που υψώνεται κατακόρυφα