134 αποτελέσματα για «組»

組文字 くみもじ

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλεγμα χαρακτήρων που τοποθετούνται σε χώρο ίσο με εκείνον ενός μόνο χαρακτήρα
組織文化 そしきぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωσιακή κουλτούρα, κουλτούρα ενός οργανισμού
組み立てライン くみたてライン

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή συναρμολόγησης
組織学的 そしきがくてき

επίθετο

  1. 01 ιστολογικός
組合運動 くみあいうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 συνδικαλιστικό κίνημα, συνδικαλιστικές δραστηριότητες
組み重 くみじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σετ επικαλυμμένων με λάκα κουτιών που φωλιάζουν το ένα μέσα στο άλλο
組み分ける くみわける

ρήμα

  1. 01 χωρίζω σε ομάδες ή κατηγορίες
組織培養 そしきばいよう

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιέργεια ιστών
組み付ける くみつける

ρήμα

  1. 01 επιβάλλω
  2. 02 συναρμολογώ (π.χ. εξαρτήματα)
組合主義 くみあいしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδικαλισμός
組み物 くみもの

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο, σετ
  2. 02 πλεξούδα, κοτσίδα
  3. 03 επιστύλιο
組み戻し くみもどし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιλογισμός υποχρεώσεων μεταφοράς κεφαλαίων, αίτημα προς τράπεζα για επιστροφή χρημάτων που μεταφέρθηκαν (π.χ. κατά λάθος ή λόγω πλεονάσματος)
組糸 くみいと

ουσιαστικό

  1. 01 πλεξούδα, πλεγμένη κλωστή ή κορδόνι
組織適合抗原 そしきてきごうこうげん

ουσιαστικό

  1. 01 ιστοσυμβατό αντιγόνο
組織風土 そしきふうど

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωσιακό κλίμα, οργανωσιακή κουλτούρα, οργανωσιακό περιβάλλον
組織の硬直化 そしきのこうちょくか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οργανωσιακή ακαμψία, διοικητικός εφησυχασμός
組織適合性 そしきてきごうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ιστοσυμβατότητα
組み入れ くみいれ

ουσιαστικό

  1. 01 ενσωμάτωση, εισαγωγή
  2. 02 φώλιασμα (π.χ. σε ρώσικες κούκλες), φωλιά
  3. 03 τετράγωνος δίσκος προσφορών από αβερνίκωτο ξύλο (τρεις ανά σετ κουμιιρέ)
  4. 04 φατνωματική οροφή
組み写真 くみしゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη φωτογραφία, φωτομοντάζ
組積造 そせきぞう

ουσιαστικό

  1. 01 λιθοδομή, δομή λιθοδομής, μέθοδος κατασκευής με χρήση τούβλου, πέτρας, τσιμεντόλιθων κ.λπ.