148 αποτελέσματα για «背»

背水 はいすい

ουσιαστικό

  1. 01 στάσιμα ύδατα, λιμνάζοντα νερά
  2. 02 στάση με την πλάτη στραμμένη σε νερό (ποτάμι, λίμνη κ.λπ.)
背の順 せのじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά κατά ύψος
背比べ せいくらべ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγκριση ύψους, σύγκριση αναστημάτων
背教 はいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποστασία, εγκατάλειψη (π.χ. θρησκείας), προσχώρηση στον εχθρό
背景音楽 はいけいおんがく

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική υπόκρουση
背面跳び はいめんとび

ουσιαστικό

  1. 01 άλμα φόσμπερι (τεχνική στο άλμα εις ύψος)
背筋力 はいきんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκή δύναμη ράχης
背馳 はいち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασυνέπεια, αντίφαση, ανυπακοή
背甲 はいこう

ουσιαστικό

  1. 01 καβούκι (το σκληρό κάλυμμα στο πίσω μέρος ζώων όπως οι χελώνες ή τα καβούρια)
背甲 せごう

ουσιαστικό

  1. 01 ράχη
背理法 はいりほう

ουσιαστικό

  1. 01 εις άτοπον απαγωγή
背約 はいやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αθετημένη υπόσχεση, αθέτηση του λόγου κάποιου
背が立つ せがたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 πατώνω, φτάνει το ύψος μου στον πάτο (π.χ. όταν στέκομαι μέσα στο νερό)
背開き せびらき

ουσιαστικό

  1. 01 τεμαχίζω ψάρι κατά μήκος της ράχης του
背走 はいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρέξιμο με την όπισθεν
  2. 02 τρέξιμο με το κεφάλι στραμμένο προς τα πίσω
背文字 せもじ

ουσιαστικό

  1. 01 τίτλος ή γράμματα στη ράχη ενός βιβλίου
背中を出す せなかをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκαλύπτω τη ράχη μου
背縫い せぬい

ουσιαστικό

  1. 01 ραφή της πλάτης
背広組 せびろぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιοι υπάλληλοι, γραφειοκράτες
  2. 02 κοστουμάτοι, οι άνθρωποι με κοστούμι (υποτιμητικός όρος για γραφειοκράτες ή πολιτικούς)
背わた せわた

ουσιαστικό

  1. 01 εντεράκι γαρίδας, πεπτικός σωλήνας γαρίδας, μαύρη ίνα