305 αποτελέσματα για «行»

行者 あんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός σε ναό
行き帰り ゆきかえり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση και επιστροφή (π.χ. στη δουλειά, στο σχολείο), η διαδρομή προς και από έναν προορισμό
行き遅れる いきおくれる

ρήμα

  1. 01 καθυστερώ να παντρευτώ, μένω στο ράφι
  2. 02 καθυστερώ να πάω κάπου
行手 ゆきて

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που πηγαίνει, διερχόμενος
行李 こうり

ουσιαστικό

  1. 01 ψάθινο μπαούλο, ψάθινες αποσκευές
行脚 あんぎゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσκύνημα
  2. 02 πεζοπορία, μετακίνηση με τα πόδια
行かなくては いかなくては

άλλο

  1. 01 πρέπει να φύγω, οφείλω να πάω
行員 こういん

ουσιαστικό

  1. 01 τραπεζικός υπάλληλος
行動的 こうどうてき

επίθετο

  1. 01 δραστήριος, δυναμικός
  2. 02 συμπεριφορικός
行幸 ぎょうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοκρατορική επίσκεψη
行き会う いきあう

ρήμα

  1. 01 συναντώ κάποιον τυχαία, πέφτω πάνω σε κάποιον
行水 ぎょうずい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λούσιμο σε σκάφη, πλύσιμο του σώματος σε σκάφη
  2. 02 καθαρισμός του σώματος για θρησκευτικό εξαγνισμό, ιερός καθαρμός
行き違いになる いきちがいになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διασταυρώνομαι χωρίς να συναντηθώ, δεν συναντιέμαι κατά λάθος, πηγαίνω αλλού από το αναμενόμενο, κάτι δεν πηγαίνει όπως προβλεπόταν
行灯 あんどん

ουσιαστικό

  1. 01 επιτραπέζιο φανάρι με χάρτινο κάλυμμα, ξύλινη βάση με χαρτί που περιέχει λυχνάρι λαδιού
  2. 02 φωτεινή ένδειξη στην οροφή ταξί
行間 ぎょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάστιχο στο κείμενο, μεταξύ των γραμμών
行き詰まり いきづまり

ουσιαστικό

  1. 01 αδιέξοδο, τέλμα, αδιέξοδη κατάσταση
行進曲 こうしんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 εμβατήριο
行楽 こうらく

ουσιαστικό

  1. 01 εκδρομή, αναψυχή, εξόρμηση, πικνίκ
行儀見習い ぎょうぎみならい

ουσιαστικό

  1. 01 εκμάθηση σωστής συμπεριφοράς μέσω μαθητείας (σε μια οικογένεια ανώτερης τάξης)
行き場所 いきばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 προορισμός, μέρος για να πάει κανείς