353 αποτελέσματα για «連»

連絡網 れんらくもう

ουσιαστικό

  1. 01 δίκτυο επικοινωνίας, τηλεφωνικός κατάλογος ειδοποίησης, λίστα στοιχείων επικοινωνίας για τα αρμόδια άτομα (σε έναν συγκεκριμένο οργανισμό)
連合艦隊 れんごうかんたい

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυασμένος στόλος
連関 れんかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνδεση, σχέση, συσχέτιση
連絡通路 れんらくつうろ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδετικός διάδρομος, δίοδος, πέρασμα, αερογέφυρα, πεζογέφυρα
連隊長 れんたいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνταγματάρχης
連戦連勝 れんせんれんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεχείς νίκες
連装 れんそう

ουσιαστικό

  1. 01 ομοαξονική τοποθέτηση, πολλαπλή τοποθέτηση
連座 れんざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνενοχή, εμπλοκή σε έγκλημα
  2. 02 κάθισμα σε σειρά, συνεδρίαση στην ίδια θέση
連合王国 れんごうおうこく

ουσιαστικό

  1. 01 Ηνωμένο Βασίλειο
連続殺人犯 れんぞくさつじんはん

ουσιαστικό

  1. 01 κατά συρροή δολοφόνος
連続性 れんぞくせい

ουσιαστικό

  1. 01 συνέχεια
連れ合い つれあい

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος (ο άντρας ή η γυναίκα κάποιου)
連日連夜 れんじつれんや

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 κάθε μέρα και κάθε νύχτα
連山 れんざん

ουσιαστικό

  1. 01 οροσειρά
  2. 02 Λιάν Σαν (μέθοδος μαντείας της κινεζικής περιόδου Σια)
連鎖反応 れんさはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσιδωτή αντίδραση
  2. 02 πυρηνική αλυσιδωτή αντίδραση
連峰 れんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 οροσειρά
連絡船 れんらくせん

ουσιαστικό

  1. 01 φέρυ, επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο
連邦政府 れんぽうせいふ

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδιακή κυβέρνηση
連絡員 れんらくいん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεσμος, διαμεσολαβητής
連絡を絶つ れんらくをたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω την επαφή με (κάποιον), διακόπτω την επικοινωνία με, αγνοούμαι, εξαφανίζομαι