310 αποτελέσματα για «重»

重なり かさなり

ουσιαστικό

  1. 01 επικάλυψη, στοίβαξη
重量級 じゅうりょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορία βαρέων βαρών
重ね合う かさねあう

ρήμα

  1. 01 τοποθετώ το ένα πράγμα πάνω στο άλλο, επικαλύπτω
重火器 じゅうかき

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύς οπλισμός, βαρύ πυροβόλο όπλο
重い罪 おもいつみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρό έγκλημα, βαρύ αδίκημα
重んずる おもんずる N1

ρήμα

  1. 01 τιμώ, σέβομαι, εκτιμώ, θεωρώ πολύτιμο
重税 じゅうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 βαριά φορολογία
重要事項 じゅうようじこう

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντικό ζήτημα, θέμα ύψιστης σημασίας
重たげ おもたげ

επίθετο

  1. 01 βαρύς, με όψη βάρους
重機関銃 じゅうきかんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύ πολυβόλο
重武装 じゅうぶそう

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύς οπλισμός
重戦車 じゅうせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύ άρμα μάχης
重病人 じゅうびょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 βαριά άρρωστος ασθενής
重力場 じゅうりょくば

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο βαρύτητας
重婚 じゅうこん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διγαμία
重大性 じゅうだいせい

ουσιαστικό

  1. 01 σπουδαιότητα, σοβαρότητα
重油 じゅうゆ

ουσιαστικό

  1. 01 μαζούτ, πετρέλαιο καύσης
重犯罪 じゅうはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 κακούργημα, σοβαρό έγκλημα
重る おもる

ρήμα

  1. 01 γίνομαι βαρύς
  2. 02 χειροτερεύω (για ασθένεια), σοβαρεύω
重要書類 じゅうようしょるい

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντικά έγγραφα, σημαντικά χαρτιά