72 αποτελέσματα για «門»

門出茸 かどでたけ

ουσιαστικό

  1. 01 μανιτάρι της αναχώρησης (κανονικά συμβολίζει καλή τύχη για ένα νέο ξεκίνημα)
門浪 となみ

ουσιαστικό

  1. 01 κύματα σε στενά περάσματα
門涼み かどすずみ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδος έξω για δροσιά, δροσιά έξω από την πύλη
門付歌 かどづけうた

ουσιαστικό

  1. 01 καδοζουκέουτα (τραγούδι που τραγουδιέται από πόρτα σε πόρτα)
門前清 メンゼンチン

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση όπου όλα τα φύλλα στο χέρι κάποιου είναι κλειστά, χωρίς να έχει δηλώσει κάποιος κανένα φύλλο
門前清自摸和 メンゼンチンツモホー

ουσιαστικό

  1. 01 νίκη με συμπλήρωση από το τείχος ενώ το χέρι είναι πλήρως κλειστό (χωρίς εκτεθειμένα σύνολα), νίκη με συμπλήρωση από το τείχος χωρίς να έχω ζητήσει κανένα πλακίδιο
門風牌 メンフォンパイ

ουσιαστικό

  1. 01 πλακίδια που αντιστοιχούν στον άνεμο της θέσης ενός παίκτη
門前薬局 もんぜんやっきょく

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακείο ακριβώς έξω από ιατρείο ή νοσοκομείο
門前雀羅を張る もんぜんじゃくらをはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι έρημος (στην πράξη), δεν έχω επισκέπτες, στήνω δίχτυ για σπουργίτια μπροστά από την πύλη
門徒物知らず もんとものしらず

ουσιαστικό

  1. 01 άγνοια των πιστών του Τζόντο Σινσού (οι οποίοι απαγγέλλουν μόνο το Νάμου Αμίντα Μπούτσου και έχουν ελάχιστη γνώση για άλλες πτυχές του Βουδισμού)
かど

ουσιαστικό

  1. 01 πύλη, πόρτα
  2. 02 σπίτι, οικογένεια
  1. 01 πύλη
  2. 02 αριθμητικό για κανόνια