89 αποτελέσματα για «閉»

閉塞性動脈硬化症 へいそくせいどうみゃくこうかしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποφρακτική αρτηριοσκλήρυνση
閉局 へいきょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο (ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού, ταχυδρομείου, γραφείου κ.λπ.)
閉合 へいごう

ουσιαστικό

  1. 01 κλείσιμο, σύγκλειση
閉端 へいたん

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό άκρο, κλειστό στόμιο, άκρη πνευστού οργάνου
閉路 へいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό κύκλωμα
閉果 へいか

ουσιαστικό

  1. 01 αδιάρρηκτος καρπός
閉栓 へいせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πωματισμός, κλείσιμο, σφράγιση
  2. 02 διακοπή παροχής (π.χ. αερίου)
閉殻筋 へいかくきん

ουσιαστικό

  1. 01 προσαγωγός μυς (δίθυρου μαλακίου)
閉鎖式リブリーザー へいさしきリブリーザー

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό κύκλωμα αναπνευστήρα
閉体 へいたい

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό σώμα
閉音節 へいおんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστή συλλαβή
閉じたシステム とじたシステム

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό σύστημα
閉ループ へいループ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστός βρόχος
閉域接続 へいいきせつぞく

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία κλειστής ομάδας χρηστών
閉域利用者グループ へいいきりようしゃグループ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστή ομάδα χρηστών
閉塞ウィンドウ へいそくウィンドウ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό παράθυρο
閉炉 へいろ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο της εστίας σε ναό Ζεν (πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα)
閉鎖血管系 へいさけっかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό κυκλοφορικό σύστημα
閉庁 へいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο δημόσιας υπηρεσίας (για την ημέρα)
  2. 02 οριστικό κλείσιμο δημόσιας υπηρεσίας
閉じタグ とじタグ

ουσιαστικό

  1. 01 ετικέτα λήξης, ετικέτα κλεισίματος