269 αποτελέσματα για «開»

開運 かいうん

ουσιαστικό

  1. 01 βελτίωση της τύχης
開館 かいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοιγμα (για την ημερήσια λειτουργία βιβλιοθήκης, μουσείου, κινηματογράφου κ.λπ.)
  2. 02 εγκαίνια (νέας βιβλιοθήκης, μουσείου, κινηματογράφου κ.λπ.)
開けっぴろげ あけっぴろげ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ομπλάντεκα ανοιχτός
  2. 02 ειλικρινής, ανοιχτός, ειλικρινής
開園 かいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοιγμα πάρκου (θεματικού πάρκου, βοτανικού κήπου κ.λπ.)
開発費 かいはつひ

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος ανάπτυξης
開拓地 かいたくち

ουσιαστικό

  1. 01 εκχερσωμένη έκταση, περιοχή που αποδόθηκε για ανάπτυξη
開港 かいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοιγμα λιμένα (θαλάσσιου λιμένα, αεροδρομίου κ.λπ.), έναρξη λειτουργίας λιμένα
  2. 02 άνοιγμα λιμένα σε ξένα πλοία ή στο διεθνές εμπόριο
開店休業 かいてんきゅうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση όπου το κατάστημα είναι ανοιχτό αλλά δεν έχει ουσιαστικά καμία εργασία
開催地 かいさいち

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος διεξαγωγής, τόπος όπου πραγματοποιείται μια συνάντηση (συνέδριο, κ.λπ.)
開腹 かいふく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διενεργώ χειρουργική τομή στην κοιλιακή χώρα, εκτελώ λαπαροτομή
開化 かいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πολιτισμός, εκσυγχρονισμός, διαφωτισμός
開き戸 ひらきど

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιγόμενη πόρτα
開山 かいさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ίδρυση ναού (σε κορυφή λόφου)
開幕戦 かいまくせん

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι έναρξης, εναρκτήριος αγώνας (της σεζόν)
開明 かいめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πολιτισμός, εκσυγχρονισμός, διαφωτισμός
開襟シャツ かいきんシャツ

ουσιαστικό

  1. 01 πουκάμισο με ανοιχτό γιακά
開始日 かいしび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία έναρξης
開墾地 かいこんち

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργήσιμη γη
開催国 かいさいこく

ουσιαστικό

  1. 01 διοργανώτρια χώρα (π.χ. για ένα συνέδριο)
開発事業 かいはつじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αναπτυξιακό έργο