303 αποτελέσματα για «黒»
黒眼鏡 くろめがね
ουσιαστικό
- 01 γυαλιά ηλίου, σκουρόχρωμα γυαλιά, μαύρα γυαλιά
黒玉 くろだま
ουσιαστικό
- 01 μαύρη μπάλα
- 02 μαύρο, κυκλικό σύμβολο
- 03 κόρη του οφθαλμού
- 04 μαύρη καραμέλα
黒色火薬 こくしょくかやく
ουσιαστικό
- 01 μαύρη πυρίτιδα, μπαρούτι
黒皮 くろかわ
ουσιαστικό
- 01 μπλε ξιφίας του Ινδο-Ειρηνικού (Makaira mazara)
黒電話 くろでんわ
ουσιαστικό
- 01 μαύρο τηλέφωνο με περιστροφικό δίσκο
黒石 くろいし
ουσιαστικό
- 01 μαύρη πέτρα
- 02 μαύρος (πέτρες στο γκο)
黒褐色 こっかっしょく
ουσιαστικό
- 01 μαυροκάστανος
黒酢 くろず
ουσιαστικό
- 01 μαύρο ξύδι, συνήθως παραγόμενο από αναποφλοίωτο ρύζι
- 02 καμένο φύκι ή μανιτάρια σιτάκε αλεσμένα και αναμεμειγμένα με ξύδι, που χρησιμοποιείται για το ντύσιμο ωμού ψαριού και λαχανικών
黒豚 くろぶた
ουσιαστικό
- 01 γουρούνι Μπέρκσαϊρ, μαύρο γουρούνι
黒鍵 こっけん
ουσιαστικό
- 01 μαύρο πλήκτρο (σε πιάνο, εκκλησιαστικό όργανο, κ.λπ.)
黒頭巾 くろずきん
ουσιαστικό
- 01 μαύρη κουκούλα
黒み くろみ
ουσιαστικό
- 01 μαυριδερή απόχρωση, μαύρο χρώμα
- 02 μαύρο μέρος, σκοτεινό σημείο
黒百合 くろゆり
ουσιαστικό
- 01 μαύρος κρίνος (Φριτιλλάρια η καμτσατσική), κρίνος της Καμτσάτκας, φριτιλλάρια της Καμτσάτκας
黒潮 くろしお
ουσιαστικό
- 01 Κουροσίο, θερμό ωκεάνιο ρεύμα του Ειρηνικού, ρεύμα της Ιαπωνίας
黒胡椒 くろこしょう
ουσιαστικό
- 01 μαύρο πιπέρι (Piper nigrum)
黒毛和牛 くろげわぎゅう
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική μαύρη (ράτσα βοοειδών)
黒紫色 こくししょく
ουσιαστικό
- 01 βαθύ μωβ
黒漆 こくしつ
ουσιαστικό
- 01 μαύρη λάκα, αντικείμενο με μαύρη λάκα
- 02 κατάμαυρος
黒シャツ くろシャツ
ουσιαστικό
- 01 μαύρο πουκάμισο
- 02 μελανοχίτωνες
黒字化 くろじか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάβαση στην κερδοφορία, καταγραφή κερδών