150 αποτελέσματα για «差»
差羽 さしば
ουσιαστικό
- 01 σαζιμπά (είδος γερακιού, Butastur indicus)
差し越す さしこす
ρήμα
- 01 προπορεύομαι στη σειρά, στέλνω
差し紙 さしがみ
ουσιαστικό
- 01 δικαστική κλήση (κατά την περίοδο Έντο)
差し添え さしぞえ
ουσιαστικό
- 01 κοντό σπαθί
差し掛け小屋 さしかけごや
ουσιαστικό
- 01 πρόστεγο, υπόστεγο
差別表現 さべつひょうげん
ουσιαστικό
- 01 λέξη, φράση ή εικόνα που εκλαμβάνεται ως εκδήλωση ή πρόταση διακρίσεων ή προκατάληψης εναντίον ενός ατόμου ή μιας ομάδας ανθρώπων
差し馬 さしうま
ουσιαστικό
- 01 άλογο που προσπερνά από την πίσω θέση
差し掛け さしかけ
ουσιαστικό
- 01 συγκράτηση (ομπρέλας) πάνω από κάτι
- 02 μονόρριχτη στέγη
差し響く さしひびく
ρήμα
- 01 επηρεάζω, επιδρώ
差集合 さしゅうごう
ουσιαστικό
- 01 σχετικό συμπλήρωμα
差し上る さしのぼる
ρήμα
- 01 αντέρχομαι, ανατέλλω (π.χ. ήλιος, σελήνη)
差し油 さしあぶら
ουσιαστικό
- 01 λιπαντικό έλαιο, λίπανση μηχανής
差損 さそん
ουσιαστικό
- 01 λογιστική ζημία
差し出し先 さしだしさき
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση αποστολής
差し立て さしたて
ουσιαστικό
- 01 αποστολή, προώθηση
差別的取扱い さべつてきとりあつかい
ουσιαστικό
- 01 διακριτική μεταχείριση
差口 さしくち
ουσιαστικό
- 01 κρουνός
差し傘 さしがさ
ουσιαστικό
- 01 ομπρέλα, αλεξήλιο
差し繰る さしくる
ρήμα
- 01 τακτοποιώ, ρυθμίζω
- 02 διαχειρίζομαι
差金決済 さきんけっさい
ουσιαστικό
- 01 συμψηφιστικός διακανονισμός, κάλυψη χρηματικών διαφορών