189 αποτελέσματα για «表»

表構え おもてがまえ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσοψη κτιρίου
表具師 ひょうぐし

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης παραδοσιακών ιαπωνικών καλύψεων, κατασκευαστής κάδρων για έργα τέχνης
表替え おもてがえ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικατάσταση της ψάθινης επιφάνειας (τατάμι)
表紙買い ひょうしがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγοράζω ένα βιβλίο ή περιοδικό λόγω του εξωφύλλου του
表具屋 ひょうぐや

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης χαρτοποιίας, κορνιζάς
表意 ひょうい

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση πρόθεσης, χειρονομία
  2. 02 ιδεογραφία
表音 ひょうおん

ουσιαστικό

  1. 01 φωνητική απόδοση
表日本 おもてにほん

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτιες περιοχές του Χονσού στον Ειρηνικό Ωκεανό
表章 ひょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύμβολο, έμβλημα, εικόνα
  2. 02 έκφραση, αναπαράσταση, σαφής διατύπωση (π.χ. αρετών κάποιου)
表形式 ひょうけいしき

ουσιαστικό

  1. 01 πινακοειδής, μορφή πίνακα
表層雪崩 ひょうそうなだれ

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή χιονοστιβάδα
表現型 ひょうげんがた

ουσιαστικό

  1. 01 φαινότυπος
表表紙 おもてびょうし

ουσιαστικό

  1. 01 εξώφυλλο
表示物 ひょうじぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που υποδηλώνει, κάτι που δείχνει
表在 ひょうざい

επίθετο

  1. 01 επιφανειακός
表外漢字 ひょうがいかんじ

ουσιαστικό

  1. 01 χιόγκαϊ κάντζι, κινεζικοί χαρακτήρες που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο χαρακτήρων κοινής χρήσης
表示器 ひょうじき

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή απεικόνισης, οθόνη
表題曲 ひょうだいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικό τραγούδι (ενός δίσκου)
表編み おもてあみ

ουσιαστικό

  1. 01 πλέξη με καλή
表目 おもてめ

ουσιαστικό

  1. 01 καλή πόντος