100 αποτελέσματα για «降»

降河回遊 こうかかいゆう

ουσιαστικό

  1. 01 μετανάστευση προς τα κατάντη (κάθοδος ψαριών από το γλυκό προς το αλμυρό νερό)
降海 こうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάβαση στο θαλάσσιο περιβάλλον (με κολύμβηση)
降順キー こうじゅんキー

ουσιαστικό

  1. 01 φθίνον κλειδί
降りそぼつ ふりそぼつ

ρήμα

  1. 01 μουσκεύω από τη βροχή
降らせる ふらせる

ρήμα

  1. 01 ρίχνω (βροχή), προκαλώ πτώση
降伏強度 こうふくきょうど

ουσιαστικό

  1. 01 όριο διαρροής, τάση διαρροής
降納 こうのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποστολή (π.χ. σημαίας), κατέβασμα
降交点 こうこうてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατερχόμενος σύνδεσμος
降冪 こうべき

ουσιαστικό

  1. 01 φθίνουσες δυνάμεις
降船 こうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποβίβαση (από πλοίο)
  2. 02 καθέλκυση σκάφους στο έδαφος
降下物 こうかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργά κατάλοιπα (π.χ. από ραδιενεργή πτώση)
降圧トランス こうあつトランス

ουσιαστικό

  1. 01 μετασχηματιστής υποβιβασμού τάσης
降温 こうおん

ουσιαστικό

  1. 01 πτώση θερμοκρασίας, μείωση θερμοκρασίας, ψύξη
降り積む ふりつむ

ρήμα

  1. 01 πέφτω και συσσωρεύομαι (για χιόνι), στρώνομαι
降雨期 こううき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος βροχών, εποχή των βροχών
降ったり止んだり ふったりやんだり

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρέχει ή χιονίζει διακοπτόμενα, πότε βρέχει και πότε σταματά
降圧 こうあつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση πίεσης (π.χ. αρτηριακή πίεση, ηλεκτρική τάση)
降生 こうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γέννηση θεότητας ή Βούδα ως ανθρώπινο ον, κάθοδος σε αυτόν τον κόσμο
降格処分 こうかくしょぶん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμωρία λόγω υποβιβασμού, πειθαρχικός υποβιβασμός
  1. 01 κατεβαίνω
  2. 02 κατακρημνίζομαι
  3. 03 πέφτω
  4. 04 παραδίνομαι