539 αποτελέσματα για «出»

出馬 しゅつば

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θέτω υποψηφιότητα, κατεβαίνω στις εκλογές
  2. 02 πηγαίνω έφιππος (σε μάχη)
  3. 03 πηγαίνω αυτοπροσώπως
  4. 04 βγάζω άλογο έξω, οδηγώ άλογο
出来損なう できそこなう

ρήμα

  1. 01 κατασκευάζομαι με ελαττώματα, αποτυγχάνω
出国 しゅっこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχώρηση από μια χώρα, έξοδος από τη χώρα
出征 しゅっせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στον πόλεμο, αναχώρηση για το μέτωπο
  2. 02 αναχώρηση για στρατιωτική θητεία (σε απάντηση επιστράτευσης)
出揃う でそろう

ρήμα

  1. 01 εμφανίζομαι όλοι μαζί, είμαι όλοι παρόντες
出入り禁止 でいりきんし

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση εισόδου (σε κτίριο, χώρο, κ.λπ.)
出しっぱなし だしっぱなし

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάλειψη αντικειμένου εκτός της θέσης του ή συσκευής σε λειτουργία χωρίς να τακτοποιηθεί ή να απενεργοποιηθεί
出席日数 しゅっせきにっすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός ημερών (ή φορών) παρουσίας
出火 しゅっか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκδήλωση πυρκαγιάς
出ておいで でておいで

άλλο

  1. 01 βγες έξω!, πού είσαι;
出来立て できたて

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκοφτιαγμένος, ολόφρεσκος (π.χ. από τον φούρνο), νεόδμητος (π.χ. σπίτι), ολοκαίνουργιος
出血多量 しゅっけつたりょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική αιμορραγία, μαζική αιμορραγία
出っ張る でっぱる

ρήμα

  1. 01 προεξέχω, εξέχω
出窓 でまど

ουσιαστικό

  1. 01 έρκερ
出禁 できん

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση εισόδου (σε κτίριο, χώρο κ.λπ.)
出来すぎる できすぎる

ρήμα

  1. 01 υπερπαράγομαι
  2. 02 είμαι εξαιρετικά ικανός (π.χ. για ένα παιδί), πηγαίνω πολύ καλύτερα από το αναμενόμενο, ξεπερνώ κάθε προσδοκία
  3. 03 είμαι υπερβολικά καλό για να είναι αληθινό (για μια ιστορία, κλπ.)
出土 しゅつど

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αρχαιολογική ανασκαφή
出来が悪い できがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έχω κακούς βαθμούς ή αποτελέσματα (π.χ. στο σχολείο)
  2. 02 χαμηλής ποιότητας ή κακής κατασκευής
出資者 しゅっししゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επενδυτής, χρηματοδότης
出鼻をくじく でばなをくじく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανακόπτω την αρχική ορμή κάποιου, κατεβάζω το ηθικό κάποιου, κόβω τα φτερά κάποιου