628 αποτελέσματα για «手»

手駒 てごま

ουσιαστικό

  1. 01 πιόνια, στρατιώτες υπό τον έλεγχο κάποιου
手引き てびき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθοδήγηση, καθοδήγηση, δράση ως οδηγός, παροχή βοήθειας
  2. 02 εισαγωγή, μεσολάβηση, επιρροή, διασυνδέσεις
  3. 03 οδηγός, εγχειρίδιο, οδηγός χρήσης, βιβλίο οδηγιών, εγχειρίδιο
手紙を出す てがみをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ταχυδρομώ μια επιστολή
手書き てがき

ουσιαστικό

  1. 01 χειρόγραφο
  2. 02 χειρόγραφος, χειροποίητος, ζωγραφισμένος στο χέρι
手書き てかき

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιγράφος, επιδέξιος γραφέας
手間をかける てまをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιβαρύνω κάποιον με κόπο, αφιερώνω χρόνο σε κάποιον, κάνω μια δουλειά για κάποιον, υποβάλλομαι σε κόπο για χάρη κάποιου
手厳しい てきびしい

επίθετο

  1. 01 αυστηρός (για κριτική, μεταχείριση κ.λπ.), δριμύς, σκληρός, ακριβοδίκαιος
手薄 てうす

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υποστελεχωμένος, με έλλειψη προσωπικού
  2. 02 ανεπαρκής (απόθεμα, χρήματα κ.λπ.), σε έλλειψη, περιορισμένος
手数 てすう N1

ουσιαστικό

  1. 01 ταλαιπωρία, κόπος
  2. 02 αριθμός κινήσεων
  3. 03 αριθμός χτυπημάτων
  4. 04 αριθμός ελευθεριών
手ごわい てごわい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος, σκληρός, υπολογίσιμος, φοβερός, πεισματάρης
手を焼く てをやく

άλλο, ρήμα

  1. 01 δεν ξέρω τι να κάνω με κάποιον ή κάτι, βρίσκομαι σε αδιέξοδο με, δυσκολεύομαι με, τα βρίσκω σκούρα με
手放し てばなし

ουσιαστικό

  1. 01 χωρίς κράτημα, χωρίς τη χρήση των χεριών, αφήνοντας το κράτημα
  2. 02 έλλειψη αυτοσυγκράτησης (στην έκφραση των συναισθημάτων), απουσία περιορισμών, ανοιχτά (δηλώνοντας)
手抜き てぬき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράλειψη κρίσιμων βημάτων, τσαπατσουλιά, οικονομία κόπων
  2. 02 εσκεμμένη αμέλεια
  3. 03 τενούκι, η πραγματοποίηση μιας κίνησης που δεν αποτελεί άμεση απάντηση στην τελευταία κίνηση του αντιπάλου
手間が省ける てまがはぶける

άλλο, ρήμα

  1. 01 γλιτώνω κόπο, εξοικονομώ προσπάθεια, αποφεύγω την ταλαιπωρία, γλιτώνω χρόνο
手を加える てをくわえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εφαρμόζω κάποια επεξεργασία, υποβάλλω σε κάποια μεταχείριση
  2. 02 αναθεωρώ, διορθώνω
手の込んだ てのこんだ

άλλο

  1. 01 περίτεχνος, περίπλοκος, επεξεργασμένος, σύνθετος
手にかける てにかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 φροντίζω, ανατρέφω υπό την προσωπική μου επίβλεψη
  2. 02 σκοτώνω με τα ίδια μου τα χέρια
  3. 03 διεκπεραιώνω προσωπικά, αναλαμβάνω (π.χ. μια εργασία)
  4. 04 ζητώ από κάποιον να αναλάβει να φέρει εις πέρας κάτι
手持ち無沙汰 てもちぶさた

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 έχω έλλειψη απασχόλησης, έχω ελεύθερο χρόνο και δεν ξέρω τι να κάνω, βρίσκομαι σε αδράνεια, βαριέμαι
手違い てちがい

ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα, γκάφα, παραδρομή
手がける てがける

ρήμα

  1. 01 χειρίζομαι, διαχειρίζομαι, ασχολούμαι με, έχω εμπειρία με
  2. 02 ανατρέφω, φροντίζω