286 αποτελέσματα για «物»

物笑い ものわらい

ουσιαστικό

  1. 01 περίγελος, αντικείμενο εμπαιγμού
物分かりの良い ものわかりのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 συνετός, διορατικός, γρήγορος στην αντίληψη, κατανοητικός, συμπονετικός
物象 ぶっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο, φυσικό φαινόμενο, επιστήμη της ανόργανης φύσης
物別れ ものわかれ

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυχία επίτευξης συμφωνίας, ναυάγιο διαπραγματεύσεων
物臭 ものぐさ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τεμπελιά, οκνηρός άνθρωπος
物とする ものとする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ορίζεται ότι, θα
  2. 02 υποθέτω, θεωρώ
物故 ぶっこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος (προσώπου)
物慣れる ものなれる

ρήμα

  1. 01 αποκτώ εμπειρία, γίνομαι επιδέξιος
物忌み ものいみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθαρμός μέσω νηστείας και αποχής
  2. 02 περιορισμός στην οικία κατά τις δυσοίωνες ημέρες προς αποφυγή κακοτυχίας (πρακτική του Ονμιο-ντό)
物狂おしい ものぐるおしい

επίθετο

  1. 01 μανιώδης, παράφρων, σαν τρελός
物納 ぶつのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληρωμή σε είδος
物質文明 ぶっしつぶんめい

ουσιαστικό

  1. 01 υλικός πολιτισμός
物堅い ものがたい

επίθετο

  1. 01 έντιμος, ηθικός, πιστός, αξιόπιστος
物知り顔 ものしりがお

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση που δείχνει ότι κάποιος γνωρίζει τα πάντα
物心が付く ものごころがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκτώ συνείδηση του περιβάλλοντος (για παιδί κ.λπ.)
物心ついて以来 ものごころついていらい

άλλο

  1. 01 από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου
物のついで もののついで

άλλο

  1. 01 εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία (για να κάνω κάτι άλλο)
物怪 もっけ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απροσδόκητος
物性 ぶっせい

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικές ιδιότητες, ιδιότητες της ύλης, υλικότητα
物わかりが悪い ものわかりがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 δυτανόητος, αμβλύνοος, αργόστροφος, αναίσθητος, δυσκίνητος στην κατανόηση, αργός στο να αντιληφθεί