128 αποτελέσματα για «突»

突先 とっさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη
突厥 とっけつ

ουσιαστικό

  1. 01 Γκιοκτούρκοι (τουρκική συνομοσπονδία), ουράνιοι Τούρκοι, Τουτζουέ
突き倒し つきたおし

ουσιαστικό

  1. 01 σπρώξιμο του αντιπάλου προς τα κάτω εντός ή εκτός του ρινγκ
突発性難聴 とっぱつせいなんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αιφνίδια βαρηκοΐα, αιφνίδια αισθητηριακή νευρική βαρηκοΐα
突板 つきいた

ουσιαστικό

  1. 01 κομμένο καπλαμάς, καπλαμάς
突発性発疹 とっぱつせいほっしん

ουσιαστικό

  1. 01 εξανθηματικός πυρετός, αιφνίδιο εξάνθημα, εξάνθημα της βρεφικής ηλικίας, έκτη νόσος, τριήμερος πυρετός
突き棒 つきぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ράβδος γόμωσης, εξάρτημα προώθησης, εμβολοφόρος ράβδος, ράβδος συμπίεσης
  2. 02 βουκέντρα (για ζώα), ράβδος καθοδήγησης
突如異変 とつじょいへん

ουσιαστικό

  1. 01 αιφνίδιο και δραματικό γεγονός (περιστατικό), ξαφνικό και παράξενο φαινόμενο
突ん出す つんだす

ρήμα

  1. 01 προεξέχω, προβάλλω, εξέχω
突然変異説 とつぜんへんいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλαξιογενετική θεωρία
突き上げ戸 つきあげど

ουσιαστικό

  1. 01 παράθυρο με ανοιγόμενο προς τα πάνω φύλλο (συχνά στηριζόμενο ανοιχτό με ξύλινο κοντάρι)
突上げ窓 つきあげまど

ουσιαστικό

  1. 01 παράθυρο που ανοίγει προς τα πάνω με μεντεσέδες στο άνω μέρος
突き出し看板 つきだしかんばん

ουσιαστικό

  1. 01 προεξέχουσα επιγραφή, πλαϊνή πινακίδα, πινακίδα που προεξέχει από ένα κτίριο
突きかかる つきかかる

ρήμα

  1. 01 ορμώ κατά (με μαχαίρι, σπαθί, κ.λπ.)
突尼斯 チュニジア

ουσιαστικό

  1. 01 Τυνησία
突っかい つっかい

ουσιαστικό

  1. 01 στήριγμα, υποστήριγμα
突き出た つきでた

άλλο

  1. 01 προεξέχων, εξέχων
突き膝 つきひざ

ουσιαστικό

  1. 01 άγγιγμα του γονάτου στο έδαφος
  2. 02 στάση σώματος με τα γόνατα και τα δάχτυλα των ποδιών στο πάτωμα
突抜忍冬 つきぬきにんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αειθαλές αγιόκλημα, Λονικέρα η αειθαλής (Lonicera sempervirens)
突合せ継手 つきあわせつぎて

ουσιαστικό

  1. 01 κολλητή σύνδεση