351 αποτελέσματα για «言»

言い添える いいそえる

ρήμα

  1. 01 προσθέτω κάτι σε όσα ειπώθηκαν προηγουμένως, συμπληρώνω την ομιλία μου
言い辛い いいづらい

επίθετο

  1. 01 δύσκολο να ειπωθεί, δυσκολοπρόφερτος
言いそびれる いいそびれる

ρήμα

  1. 01 χάνω την ευκαιρία να πω κάτι, παραλείπω να αναφέρω κάτι
言いがたい いいがたい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος στο να ειπωθεί, ανείπωτος, διστακτικός στο να μιλήσει
  2. 02 ντροπιαστικός, ευαίσθητος
言葉を尽くす ことばをつくす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξαντλώ τα λόγια μου (προσπαθώντας να πείσω κάποιον ή να εξηγήσω κάτι, κ.λπ.), ξεμένω από λόγια, είμαι φλύαρος, κολακεύω, ζαλίζω κάποιον με τα λόγια μου
言い得て妙 いいえてみょう

άλλο

  1. 01 απόλυτα εύστοχη έκφραση
言い訳がましい いいわけがましい

επίθετο

  1. 01 δικαιολογητικός, που ακούγεται σαν δικαιολογία, αμυντικός, σε απολογητικό τόνο
言い伝える いいつたえる

ρήμα

  1. 01 διηγούμαι, μεταφέρω από γενιά σε γενιά (μια ιστορία, θρύλο, κλπ.)
  2. 02 διαδίδω (μια φήμη, νέα, κλπ.), κυκλοφορώ
  3. 03 στέλνω μήνυμα, διαβιβάζω (ένα μήνυμα)
言い繕う いいつくろう

ρήμα

  1. 01 δικαιολογώ (ένα λάθος, μια αποτυχία κ.λπ.), βρίσκω δικαιολογίες για, κουκουλώνω, προσπαθώ να απεμπλακώ με λόγια
言わんこっちゃない いわんこっちゃない

άλλο

  1. 01 στα έλεγα εγώ
言い出しっぺ いいだしっぺ

ουσιαστικό

  1. 01 ο πρώτος που προτείνει κάτι, ο εμπνευστής μιας ιδέας, αυτός που θέτει ένα ζήτημα
言葉を挟む ことばをはさむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 διακόπτω, παρεμβάλλομαι στον λόγο
言わしめる いわしめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναγκάζω κάποιον να πει, κάνω κάποιον να μιλήσει
言い聞かす いいきかす

ρήμα

  1. 01 νουθετώ, πείθω, συμβουλεύω, προειδοποιώ, συνετίζω, εξηγώ λογικά
言い逃れる いいのがれる

ρήμα

  1. 01 δικαιολογούμαι, αποφεύγω την ευθύνη, βρίσκω πρόφαση, υπεκφεύγω
言い値 いいね

ουσιαστικό

  1. 01 ζητούμενη τιμή
言いがかりをつける いいがかりをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατηγορώ κάποιον ψευδώς, υποβάλλω ψευδή καταγγελία
言下 げんか

ουσιαστικό

  1. 01 αμέσως
言うに及ばず いうにおよばず

άλλο

  1. 01 περιττό να αναφερθεί, αυτονόητο
言うに事欠いて いうにことかいて

άλλο

  1. 01 δεν είναι ωραίο πράγμα να το λες αυτό, δεν είναι ωραίος τρόπος για να το εκφράσεις, δεν υπήρχε λόγος να ειπωθεί αυτό