295 αποτελέσματα για «合»

合印 あいじるし

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτικό σημάδι (ειδικότερα σημάδι συντροφικότητας)
  2. 02 σημάδι τοποθετημένο εκεί όπου πρόκειται να ενωθούν δύο κομμάτια υφάσματος (ή δύο κομμάτια ξύλου, κ.λπ.)
  3. 03 σφραγίδα επαλήθευσης, αντίτυπο ελέγχου
合歓木 ごうかんぼく

ουσιαστικό

  1. 01 ακακία της Κωνσταντινούπολης (Albizia julibrissin)
合巻 ごうかん

ουσιαστικό

  1. 01 είδος εικονογραφημένου βιβλίου δημοφιλές κατά την ύστερη περίοδο Έντο
合いの手を打つ あいのてをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμμετέχω με χειρονομίες ή επιφωνήματα κατά τη διάρκεια μιας παύσης σε συζήτηση, τραγούδι, κ.λπ., παρεμβάλλω λόγο
合従連衡 がっしょうれんこう

ουσιαστικό

  1. 01 συμμαχία (των έξι βασιλείων εναντίον της δυναστείας Τσιν και μεμονωμένων βασιλείων με τη δυναστεία Τσιν)
  2. 02 (τακτική) σύναψης και διάλυσης συμμαχιών (προς όφελος του εαυτού κάποιου ανάλογα με τις περιστάσεις), καταφυγή σε συμμαχίες ως διπλωματικό μέσο
合点承知之助 がってんしょうちのすけ

άλλο

  1. 01 κατάλαβα, έγινε, άσε το πάνω μου
合評 がっぴょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή κριτική, από κοινού αξιολόγηση
合意点 ごういてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο συμφωνίας, κοινός τόπος
合集 がっしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή έργων (στην καταλογογράφηση βιβλιοθηκών), συλλογή
合駒 あいごま

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πιόνι που τοποθετείται για να μπλοκάρει το σαχ του αντιπάλου
合成洗剤 ごうせいせんざい

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετικό απορρυπαντικό
合計特殊出生率 ごうけいとくしゅしゅっしょうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό ποσοστό γονιμότητας
合壁 がっぺき

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικός μεσοτοιχία
合繊 ごうせん

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετική ίνα
合奏団 がっそうだん

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικό σύνολο
合成酒 ごうせいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετικό σάκε
合札 あいふだ

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμημένο αντίτυπο (π.χ. για παραλαβή αποσκευών), ετικέτα, μάρκα
  2. 02 καταμέτρηση, σκορ
合切袋 がっさいぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 ταξιδιωτική τσάντα
合剤 ごうざい

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακευτικό σκεύασμα (σύνθετο φάρμακο)
合冊 がっさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση σε έναν τόμο