628 αποτελέσματα για «手»
手詰まり てづまり
ουσιαστικό
- 01 αδιέξοδο, στασιμότητα, τέλμα, κατάσταση όπου κάποιος έχει εγκλωβιστεί
手裏剣 しゅりけん
ουσιαστικό
- 01 σουρικέν, μικρή λεπίδα ρίψης, αστεροειδές βλήμα ρίψης
手狭 てぜま
επίθετο
- 01 στενός, μικρός, περιορισμένος
手を離れる てをはなれる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι ανεξάρτητος
- 02 απομακρύνομαι από τα χέρια κάποιου, βγαίνω από την κατοχή κάποιου
手洗い てあらい N2
ουσιαστικό
- 01 πλύσιμο χεριών, νερό (ή λεκάνη κ.λπ.) για το πλύσιμο των χεριών
- 02 τουαλέτα, αποχωρητήριο
- 03 πλύσιμο στο χέρι (ρούχα κ.λπ.)
手玉に取る てだまにとる
άλλο, ρήμα
- 01 χειραγωγώ κάποιον, ελέγχω κάποιον κατά το δοκούν
手数料 てすうりょう
ουσιαστικό
- 01 τέλος διεκπεραίωσης, προμήθεια, χρέωση (π.χ. για μια ακύρωση), μεσιτικά δικαιώματα
手に負える てにおえる
άλλο, ρήμα
- 01 διαχειρίσιμος, ικανός να αντιμετωπιστεί
手榴弾 しゅりゅうだん
ουσιαστικό
- 01 χειροβομβίδα
手がない てがない
άλλο, επίθετο
- 01 έλλειψη εργατικού δυναμικού, υποστελεχωμένος, με ελλιπές προσωπικό
- 02 αδυναμία δράσης για κάτι, έλλειψη επιλογών
- 03 δεν υπάρχει λόγος να μην..., είναι αδύνατον να μην..., γιατί δεν;
手繰り寄せる たぐりよせる
ρήμα
- 01 τραβώ προς το μέρος μου (π.χ. σχοινί, δίχτυ), έλκω, προσελκύω (π.χ. βλέμματα)
手痛い ていたい
επίθετο
- 01 σκληρός, δριμύς
手を結ぶ てをむすぶ
άλλο, ρήμα
- 01 ενώνω τα χέρια, ενώνω τις δυνάμεις μου, εργάζομαι σε συνεργασία, συνδέομαι, συνεργάζομαι
手をこまねく てをこまねく
άλλο, ρήμα
- 01 σταυρώνω τα χέρια
- 02 παρακολουθώ άπραγος, μένω με σταυρωμένα τα χέρια
- 03 παραμονεύω, περιμένω έτοιμος
手が離れる てがはなれる
άλλο, ρήμα
- 01 ανεξαρτητοποιούμαι
- 02 φεύγω από τα χέρια κάποιου, βγαίνω από την κατοχή κάποιου
手動 しゅどう
ουσιαστικό
- 01 χειροκίνητος
手ほどき てほどき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διδασκαλία των βασικών, μύηση, εισαγωγή
手ぬぐい てぬぐい
ουσιαστικό
- 01 τενουγκούι, πετσέτα χεριών (συνήθως από λεπτό βαμβακερό ύφασμα)
手も足も出ない てもあしもでない
άλλο
- 01 δεν μπορώ να κάνω τίποτα, αισθάνομαι δεμένα τα χέρια μου, βρίσκομαι στο απροχώρητο, έχω φτάσει στα όρια μου
手を煩わせる てをわずらわせる
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ αναστάτωση σε κάποιον, επιβαρύνω κάποιον