197 αποτελέσματα για «頭»
頭顱 とうろ
ουσιαστικό
- 01 κεφάλι, κρανίο
頭蓋穿孔 ずがいせんこう
ουσιαστικό
- 01 κρανιοανάτρηση
頭くだし あたまくだし
επίρρημα
- 01 χωρίς έλεος, χωρίς να ακούσω τον αντίλογο, χωρίς να δώσω στον άλλον την ευκαιρία να δικαιολογηθεί
頭囲 とうい
ουσιαστικό
- 01 περίμετρος κεφαλής
頭捻り ずぶねり
ουσιαστικό
- 01 τεχνική ρίψης με περιστροφή του κεφαλιού
頭そろえ あたまそろえ
ουσιαστικό
- 01 στοιχισμένος αριστερά
頭 つむり
ουσιαστικό
- 01 κεφάλι
頭虱 あたまじらみ
ουσιαστικό
- 01 ψείρα της κεφαλής (Pediculus humanus capitis), ψείρες της κεφαλής
頭の黒いネズミ あたまのくろいネズミ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 άτομο που υπεξαιρεί χρήματα από τον εργασιακό χώρο, καταχραστής, αναξιόπιστο άτομο
頭青花鶏 ずあおあとり
ουσιαστικό
- 01 σπινοσ (Fringilla coelebs)
頭重 ずおも
ουσιαστικό
- 01 βαρύς στο κεφάλι (λόγω ζάλης ή κόπωσης), υπερόπτης
頭の冴え あたまのさえ
ουσιαστικό
- 01 οξύνοια, πνευματική διαύγεια
頭遣い かしらつかい
ουσιαστικό
- 01 χειριστής κεφαλής (σε μαριονέτα)
頭子音 とうしいん
ουσιαστικό
- 01 αρχικό σύμφωνο, έναρξη συλλαβής
頭高型 あたまだかがた
ουσιαστικό
- 01 μοτίβο ιαπωνικού τονισμού όπου η πρώτη μόρα είναι τονισμένη και οι επόμενες άτονες
頭の上の蠅も追えない あたまのうえのはえもおえない
άλλο, επίθετο
- 01 εντελώς αβοήθητος, ανίκανος ακόμα και να διώξει τις μύγες από το ίδιο του το κεφάλι
頭記 とうき
ουσιαστικό
- 01 προαναφερθέν στοιχείο, περιγραφή στην αρχή (αυτού) του κειμένου ή εγγράφου
頭状花序 とうじょうかじょ
ουσιαστικό
- 01 κεφάλιο (ταξιανθία)
頭文字語 かしらもじご
ουσιαστικό
- 01 ακρωνύμιο
頭末そろえ とうまつそろえ
ουσιαστικό
- 01 στοιχειοθετημένος με πλήρη στοίχιση