207 αποτελέσματα για «当»
当駅止まり とうえきどまり
ουσιαστικό
- 01 τερματίζει σε αυτόν τον σταθμό (τρένο), εκτός υπηρεσίας
当選圏内 とうせんけんない
ουσιαστικό
- 01 έχων καλές πιθανότητες εκλογής, ευρισκόμενος σε εκλόγιμη θέση
当てつけ あてつけ
ουσιαστικό
- 01 πράξη από κακία, ειρωνικό σχόλιο, αιχμηρό υπονοούμενο, έμμεση μομφή, καρφί
当て書 あてがき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγγραφή σεναρίου έχοντας κατά νου συγκεκριμένους ηθοποιούς, συγγραφή σεναρίου αφού έχουν επιλεγεί οι ηθοποιοί
当てレコ アテレコ
ουσιαστικό
- 01 μεταγλώττιση (ταινίας κ.λπ. σε άλλη γλώσσα)
当たりめ あたりめ
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένο καλαμάρι, αποξηραμένη σουπιά
当たり狂言 あたりきょうげん
ουσιαστικό
- 01 επιτυχημένη παράσταση κιογκέν, εμπορική επιτυχία
当該官庁 とうがいかんちょう
ουσιαστικό
- 01 αρμόδια αρχή, σχετική αρχή
当座資産 とうざしさん
ουσιαστικό
- 01 άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία
当板 あていた
ουσιαστικό
- 01 ξύλινοι τάκοι (στη μεταφορά εμπορευμάτων)
当用買い とうようがい
ουσιαστικό
- 01 αγορά για άμεσες ανάγκες, αγορά μόνο όσο χρειάζεται για την κάλυψη των αναγκών κάποιου, αγορά επί τόπου
当限 とうぎり
ουσιαστικό
- 01 παράδοση τρέχοντος μηνός
当座逃れ とうざのがれ
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή λύση, μπαλόνωμα, δικαιολογία της στιγμής
当てもなく あてもなく
επίρρημα
- 01 στην τύχη, χωρίς σκοπό
当営業所 とうえいぎょうしょ
ουσιαστικό
- 01 το παρόν υποκατάστημά μας
当世気質 とうせいかたぎ
ουσιαστικό
- 01 το πνεύμα της εποχής μας, η νοοτροπία των ανθρώπων στις μέρες μας
当てられる あてられる
ρήμα
- 01 προσβάλλομαι από (π.χ. ζέστη), υποφέρω από
- 02 ντρέπομαι, εκνευρίζομαι
当選当確 とうせんとうかく
ουσιαστικό
- 01 υποψήφιοι (σε εκλογές) που έχουν εκλεγεί ή προβλέπεται να εκλεγούν
当選基数 とうせんきすう
ουσιαστικό
- 01 εκλογικό μέτρο (για παράδειγμα σε ένα σύστημα αναλογικής εκπροσώπησης)
当然視 とうぜんし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θεωρώ κάτι αυτονόητο, θεωρώ κάτι αναμενόμενο, θεωρώ κάτι δεδομένο, θεωρώ κάτι σωστό και πρέπον