14 αποτελέσματα για «了»

了解 りょうかい N1

ουσιαστικό, ρήμα, επιφώνημα

  1. 01 κατανόηση, συναίνεση, συμφωνία
  2. 02 εντάξει, το έλαβα
了承 りょうしょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγνώριση, κατανόηση, έγκριση, συγκατάθεση
りょう

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκλήρωση, πέρας, τέλος
了見 りょうけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιδέα, σκέψη, πρόθεση, σχεδιασμός, άποψη, κλίση, απόφαση, κίνητρο
  2. 02 διακριτική ευχέρεια
  3. 03 συγχώρεση, χάρη, ανοχή
了承済み りょうしょうずみ

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνωρισμένος, αποδεκτός, συμφωνημένος
了解済み りょうかいずみ

ουσιαστικό

  1. 01 γίνεται δεκτό, κατανοητό
了する りょうする

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω, τελειώνω
  2. 02 κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
了見違い りょうけんちがい

ουσιαστικό

  1. 01 εσφαλμένη αντίληψη, αυταπάτη, απροσεξία, λάθος βήμα
了知 りょうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γνώση, κατανόηση, εκτίμηση
了解事項 りょうかいじこう

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνημένο σημείο, ζήτημα επί του οποίου έχει επιτευχθεί συμφωνία, συνεννόηση
了覚 りょうかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανόηση, αντίληψη
了解心理学 りょうかいしんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική ψυχολογία, ψυχολογία της κατανόησης
了徳寺大学 りょうとくじだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ριοτοκούτζι
  1. 01 ολοκληρώνω
  2. 02 τελειώνω