611 αποτελέσματα για «二»

二人 ふたり N5

ουσιαστικό

  1. 01 δύο άτομα, δύο άνθρωποι, ζευγάρι
N5

άλλο

  1. 01 δύο, 2
リャン

άλλο

  1. 01 δύο
アル

άλλο

  1. 01 δύο
二度と にどと

επίρρημα

  1. 01 ποτέ ξανά
二つ ふたつ N5

άλλο

  1. 01 δύο
二人とも ふたりとも

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 και οι δύο (άνθρωποι), οι δυο τους
二度 にど

ουσιαστικό

  1. 01 δύο φορές, δις
  2. 02 δύο βαθμοί
二階 にかい

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερος όροφος, στον επάνω όροφο
二本 にほん

ουσιαστικό

  1. 01 δύο (μακριά κυλινδρικά αντικείμενα)
二回 にかい

ουσιαστικό

  1. 01 δύο φορές
二度目 にどめ

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερη φορά
二週間 にしゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 δύο εβδομάδες, δεκαπενθήμερο
二重 にじゅう

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 διπλός, διπλάσιος, δύο στρώσεις, διπλό
  2. 02 διπλο-, διπλοειδής
  3. 03 διπλό βλέφαρο (με πτυχή)
二枚 にまい

ουσιαστικό

  1. 01 δύο φύλλα (χαρτιού ή άλλων επίπεδων αντικειμένων)
二十歳 はたとせ

ουσιαστικό

  1. 01 είκοσι έτη
二人して ふたりして

άλλο

  1. 01 και οι δύο μαζί, μαζί (αναφερόμενο σε δύο άτομα)
二分 にぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διχοτόμηση, διαίρεση (σε δύο μέρη)
  2. 02 οι δύο ισημερίες (εαρινή και φθινοπωρινή)
二月 ふたつき

ουσιαστικό

  1. 01 δύο μήνες
二人分 ふたりぶん

ουσιαστικό

  1. 01 μερίδα για δύο άτομα