12 αποτελέσματα για «仄»

仄か ほのか

επίθετο

  1. 01 αμυδρός, ασαφής, θαμπός, αδιόρατος, λεπτός, διακριτικός
ほの

πρόθημα

  1. 01 αμυδρά, αχνά, ελαφρώς, μόλις και μετά βίας
仄めかす ほのめかす

ρήμα

  1. 01 υπονοώ, αφήνω να εννοηθεί, υποδηλώνω, κάνω νύξη
仄聞 そくぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τυχαία ακοή, πληροφορία από δεύτερο χέρι, ενημέρωση από φήμες
仄見える ほのみえる

ρήμα

  1. 01 φαίνομαι αμυδρά, διακρίνομαι μόλις και μετά βίας
仄めかし ほのめかし

ουσιαστικό

  1. 01 υπαινιγμός, υπόνοια, πρόταση, ψίθυρος
仄めく ほのめく

ρήμα

  1. 01 αχνοφαίνομαι, τρεμοφέγγω
仄々 ほのぼの

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 αμυδρά, αχνά, με ένα αχνό φως
  2. 02 θερμά, φιλικά, με τρόπο συγκινητικό
仄声 そくせい

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγιοι τόνοι (οι τρεις τόνοι της κινεζικής γλώσσας που εξαιρούν τον υψηλό, ή πρώτο, τόνο)
仄聞く ほのきく

ρήμα

  1. 01 ακούω αμυδρά
仄韻 そくいん

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγιος τόνος ομοιοκαταληξίας (στα κινεζικά)
  1. 01 φαίνομαι αμυδρά
  2. 02 υποδηλώνω, υπαινίσσομαι
  3. 03 υπαινίσσομαι
  4. 04 αμυδρός, αχνός
  5. 05 ανόητος, χαζός
  6. 06 υπαινιγμός