57 αποτελέσματα για «任»
任せる まかせる N3
ρήμα
- 01 αναθέτω (σε κάποιον), εμπιστεύομαι (κάποιον με κάτι), αφήνω (ένα θέμα, μια απόφαση κ.λπ. σε κάποιον)
- 02 αφήνω (στην τύχη, στη φαντασία κ.λπ.), αφήνω να πάρει την πορεία του, αφήνω να συμβεί, παραδίδομαι (σε κάτι)
- 03 χρησιμοποιώ (χρήματα, δύναμη, ελεύθερο χρόνο κ.λπ.) στο έπακρο, χρησιμοποιώ ελεύθερα, χρησιμοποιώ ανεπιφύλακτα
任務 にんむ N1
ουσιαστικό
- 01 καθήκον, λειτουργία, αρμοδιότητα, θέση, αποστολή, εργασία, ρόλος
任す まかす N1
ρήμα
- 01 αναθέτω σε κάποιον, εμπιστεύομαι σε κάποιον, αφήνω στα χέρια κάποιου, παραδίδω σε κάποιον
任命 にんめい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διορισμός, τοποθέτηση, ανάθεση, ορισμός, χειροτονία
任 にん
ουσιαστικό
- 01 υποχρέωση, καθήκον, αρμοδιότητα, ευθύνη
任意 にんい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 προαιρετικός, εκούσιος, αυθαίρετος, τυχαίος, διακριτικός, δυνητικός, αυθόρμητος, οποιοσδήποτε
- 02 αυθαίρετος
任せ まかせ
ουσιαστικό
- 01 το να αφήνω τα πάντα σε κάποιον άλλο
任じる にんじる
ρήμα
- 01 διορίζω, ορίζω
- 02 θεωρώ (τον εαυτό μου), υποδύομαι, φαντάζομαι (τον εαυτό μου)
- 03 αναλαμβάνω (ρόλο, ευθύνη, κ.λπ.)
任せっきり まかせっきり
ουσιαστικό
- 01 αφήνω τα πάντα στην κρίση κάποιου άλλου
任期 にんき
ουσιαστικό
- 01 θητεία
任ずる にんずる
ρήμα
- 01 διορίζω, ορίζω
- 02 θεωρώ τον εαυτό μου, προσποιούμαι, φαντάζομαι τον εαυτό μου
- 03 αναλαμβάνω (ρόλο, ευθύνη κ.λπ.)
任官 にんかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διορισμός σε αξίωμα, ενθρόνιση, ανάθεση καθηκόντων
任地 にんち
ουσιαστικό
- 01 τόπος διορισμού, έδρα θέσης
任意同行 にんいどうこう
ουσιαστικό
- 01 η εκούσια μετάβαση στο αστυνομικό τμήμα για ανάκριση
任を解かれる にんをとかれる
άλλο, ρήμα
- 01 απαλλάσσομαι από τα καθήκοντά μου
任せっぱなし まかせっぱなし
ουσιαστικό
- 01 πλήρης ανάθεση σε κάποιον άλλον
任侠 にんきょう
ουσιαστικό
- 01 ιπποτισμός, ιπποτικό πνεύμα, η βοήθεια προς τους αδύναμους και η αντίσταση στους ισχυρούς
- 02 γιακούζα
任に当たる にんにあたる
άλλο, ρήμα
- 01 αναλαμβάνω καθήκον
任命式 にんめいしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή ενθρόνισης ή διορισμού
任期中 にんきちゅう
ουσιαστικό
- 01 κατά τη διάρκεια της θητείας κάποιου