38 αποτελέσματα για «似»
似る にる N4
ρήμα
- 01 μοιάζω, δείχνω σαν, είμαι σαν, έχω πάρει από
似合う にあう N3
ρήμα
- 01 ταιριάζω, μου πηγαίνει, αρμόζω
似つかわしい につかわしい
επίθετο
- 01 κατάλληλος, αρμόζων, ταιριαστός, πρέπων
似 に
επίθημα
- 01 μοιάζω (σε κάποιον), έχω πάρει από κάποιον (έναν από τους γονείς μου)
似通う にかよう N1
ρήμα
- 01 μοιάζω πολύ
似せる にせる
ρήμα
- 01 αντιγράφω, μιμούμαι, παραποιώ, πλαστογραφώ
似顔絵 にがおえ
ουσιαστικό
- 01 προσωπογραφία, ομοιότητα, σκίτσο προσώπου
似ても似つかない にてもにつかない
άλλο, επίθετο
- 01 εντελώς ανόμοιος, που δεν έχει την παραμικρή ομοιότητα
似合い にあい
ουσιαστικό
- 01 ταιριαστός (ιδίως για ζευγάρι), αρμόζων, κατάλληλος
似たり寄ったり にたりよったり
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 σχεδόν το ίδιο, παρόμοιο
似て非なる にてひなる
άλλο
- 01 παρόμοιος αλλά διαφορετικός, μοιάζει μόνο εξωτερικά, απατηλά παρόμοιος, ψευδής, κάλπικος, ψευδο-
似たもの同士 にたものどうし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 δυο όμοιοι άνθρωποι, δύο της ίδιας συνομοταξίας, κομμένοι από το ίδιο ύφασμα
似つく につく
ρήμα
- 01 μοιάζω πολύ
- 02 ταιριάζω πολύ, ταιριάζω καλά
似非 えせ
πρόθημα
- 01 ψευδής, εικονικός, δήθεν, απομιμητικός
似た者 にたもの
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ομοειδή άτομα, άνθρωποι με κοινά χαρακτηριστικά
似顔 にがお
ουσιαστικό
- 01 προσωπογραφία, ομοίωμα
似寄る による
ρήμα
- 01 μοιάζω
似合わしい にあわしい
επίθετο
- 01 κατάλληλος, ταιριαστός, κολακευτικός
似た者夫婦 にたものふうふ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αντρόγυνο με παρόμοια γούστα ή χαρακτήρες
- 02 ομοιοπαθές ζευγάρι, ίδιοι άνθρωποι (για σύζυγους)
似寄り により
ουσιαστικό
- 01 ομοιότητα