67 αποτελέσματα για «供»
供給 きょうきゅう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προμήθεια, παροχή, εφοδιασμός
供 とも N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνοδός, ακόλουθος, υπηρετικό προσωπικό, ακολουθία
供える そなえる
ρήμα
- 01 προσφέρω, θυσιάζω, αφιερώνω
供述 きょうじゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάθεση, μαρτυρία, ένορκη δήλωση
供養 くよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μνημόσυνο για τους νεκρούς, τέλεση επιμνημόσυνης δέησης
供物 くもつ
ουσιαστικό
- 01 προσφορά (π.χ. στους θεούς), αναθηματικό δώρο
供する きょうする
ρήμα
- 01 προσφέρω, παρουσιάζω, υποβάλλω, παρέχω, διαθέτω
- 02 σερβίρω (φαγητό και ποτό)
- 03 προσφέρω (στους θεούς), τοποθετώ (μπροστά σε βωμό)
供え物 そなえもの
ουσιαστικό
- 01 προσφορά (π.χ. στους θεούς), αναθηματική προσφορά
供与 きょうよ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παροχή, προσφορά, χορήγηση
供給源 きょうきゅうげん
ουσιαστικό
- 01 πηγή εφοδιασμού
供出 きょうしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποχρεωτική προσφορά αγαθών στο κράτος (π.χ. σε καιρό πολέμου), παράδοση στο κράτος σε καθορισμένη τιμή (π.χ. ρυζιού)
供す きょうす
ρήμα
- 01 προσφέρω, παρουσιάζω, υποβάλλω, προμηθεύω, διαθέτω
- 02 σερβίρω (φαγητό και ποτό)
- 03 προσφέρω (σε θεότητες), τοποθετώ (μπροστά σε βωμό)
供回り ともまわり
ουσιαστικό
- 01 συνοδεία, ακολουθία
供奉 ぐぶ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνοδεύω, παρευρίσκομαι σε κάποιον
- 02 εσωτερικός προσφορέας (κάθε ένας από τους 10 υψηλόβαθμους μοναχούς που υπηρετούν στην αίθουσα εσωτερικών προσφορών)
供花 きょうか
ουσιαστικό
- 01 προσφορά λουλουδιών (σε ναό, τάφο κ.ά.), ανθοστολισμός
供人 ともびと
ουσιαστικό
- 01 συνοδός
供犠 くぎ
ουσιαστικό
- 01 θυσία, θυσιαζόμενο ζώο
供給過多 きょうきゅうかた
ουσιαστικό
- 01 υπερπροσφορά, πλεόνασμα προσφοράς
供給不足 きょうきゅうぶそく
ουσιαστικό
- 01 ανεπάρκεια προσφοράς, έλλειμμα προσφοράς
供え そなえ
ουσιαστικό
- 01 προσφορά