38 αποτελέσματα για «倍»

ばい N4

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 διπλός, διπλάσιος, δύο φορές (τόσο)
  2. 02 φορές (τόσο), -πλάσιος
  3. 03 ένας προς ν, ένας στους ν
倍増 ばいぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διπλασιασμός, διπλάσιος
倍率 ばいりつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 μεγέθυνση, μόχλευση, ενίσχυση, συντελεστής κλίμακας
  2. 02 ποσοστό ανταγωνιστικότητας (π.χ. για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο), αναλογία αιτούντων προς δεκτούς
倍にする ばいにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 διπλασιάζω
倍加 ばいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διπλασιασμός
  2. 02 σημαντική αύξηση, πολλαπλασιασμός, εκ νέου διπλασιασμός
倍返し ばいがえし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διπλάσια αποπληρωμή, ανταπόδοση δώρου με διπλάσια αξία, διπλάσια αποκατάσταση
  2. 02 επιβολή εκδίκησης δύο φορές πιο επώδυνης (ή δαπανηρής) από το αρχικό αδίκημα
倍する ばいする

ρήμα

  1. 01 διπλασιάζω
  2. 02 αυξάνω
倍にして返す ばいにしてかえす

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιστρέφω το διπλάσιο του αρχικού ποσού
  2. 02 επιστρέφω το πολλαπλάσιο του αρχικού ποσού
倍速 ばいそく

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 διπλάσια ταχύτητα (μεταφοράς δεδομένων, αναπαραγωγής βίντεο κ.λπ.), ταχύτητα 2x
  2. 02 πολλαπλάσια ταχύτητα, ταχύτητα ...x
倍額 ばいがく

ουσιαστικό

  1. 01 διπλάσιο ποσό
倍数 ばいすう

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλάσιο
倍増し ばいまし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διπλασιασμός
倍音 ばいおん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερη αρμονική, αρμονική, αρμονικό μερικό
倍満 ばいマン

ουσιαστικό

  1. 01 νίκη αξίας 16000 πόντων (ή, αν πρόκειται για τον dealer, 24000 πόντων)
倍付け ばいづけ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 διπλασιασμός πληρωμής, μετά από αριθμό Ν πληρωμή ποσού Ν φορές μεγαλύτερου
倍大 ばいだい

ουσιαστικό

  1. 01 διπλάσιο μέγεθος
倍精度浮動小数点 ばいせいどふどうしょうすうてん

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός κινητής υποδιαστολής διπλής ακρίβειας
倍旧 ばいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλασιασμένος, αυξημένος
倍角 ばいかく

ουσιαστικό

  1. 01 διπλάσιο μέγεθος χαρακτήρα
倍数比例の法則 ばいすうひれいのほうそく

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος των πολλαπλών αναλογιών