73 αποτελέσματα για «偏»

偏見 へんけん N1

ουσιαστικό

  1. 01 προκατάληψη, μεροληψία, διαστρεβλωμένη άποψη
偏る かたよる

ρήμα

  1. 01 γέρνω, κλίνω προς μία κατεύθυνση
  2. 02 είμαι ανισόρροπος (π.χ. διατροφή), δίνω υπερβολική έμφαση σε κάτι, συγκεντρώνομαι σε κάτι
  3. 03 μεροληπτώ, είμαι προκατειλημμένος, τρέφω προκαταλήψεις
偏屈 へんくつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 στενόμυαλος, πεισματάρης, ξεροκέφαλος, διεστραμμένος, παράλογος, διαστρεβλωμένος, φανατικός, εκκεντρικός
偏差値 へんさち

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή απόκλισης (συνήθως κλιμακούμενη με μέσο όρο το 50, τυπική απόκλιση το 10, και συχνά χρησιμοποιούμενη για ακαδημαϊκούς βαθμούς), απόκλιση, τιμή T, τυπική βαθμολογία
偏り かたより

ουσιαστικό

  1. 01 απόκλιση, κλίση, ανισορροπία, μεροληψία, προκατάληψη
  2. 02 πόλωση
偏執 へんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 προκατάληψη, εκκεντρικότητα, πεισματάρικη εμμονή
へん

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερό τμήμα ενός χαρακτήρα (ρίζα)
かたほ

άλλο

  1. 01 ατελής, ημιτελής, ανεπαρκής
  2. 02 άσχημος (ειδικά για γυναίκες), μη ελκυστικός
偏食 へんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μη ισορροπημένη διατροφή
偏に ひとえに

επίρρημα

  1. 01 αποκλειστικά, ολοκληρωτικά, εξ ολοκλήρου
  2. 02 ένθερμα, με προσήλωση, ειλικρινά
偏愛 へんあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεροληψία, προτίμηση, προκατάληψη
偏重 へんちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δίνω υπερβολική βαρύτητα σε, δίνω δυσανάλογη έμφαση σε, μεγαλοποιώ
偏向 へんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τάση, ροπή, κλίση, απόκλιση
偏狭 へんきょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 στενοκεφαλιά, μισαλλοδοξία, ανελευθερία, στενότητα
偏在 へんざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνιση κατανομή
  2. 02 άδικη κατανομή
  3. 03 κακή κατανομή
偏頭痛 へんずつう

ουσιαστικό

  1. 01 ημικρανία
偏差 へんさ

ουσιαστικό

  1. 01 απόκλιση, παρέκκλιση, μεταβολή, declination, drift
偏光 へんこう

ουσιαστικό

  1. 01 πολωμένο φως, πόλωση (του φωτός)
偏執狂 へんしつきょう

ουσιαστικό

  1. 01 μονομανία, μονομανής
偏する へんする

ρήμα

  1. 01 είμαι προκατειλημμένος, έχω μεροληψία, είμαι μονόπλευρος