475 αποτελέσματα για «公»

公園 こうえん N5

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο πάρκο
こう

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 δημόσια υπόθεση, κρατική υπόθεση, το κράτος, η κυβέρνηση, το κοινό
  2. 02 δούκας, πρίγκιπας
  3. 03 κύριος, άρχοντας
  4. 04 οικείο ή υποτιμητικό επίθημα
公開 こうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημοσιοποίηση, διάθεση στο κοινό, άνοιγμα στο κοινό, έκθεση, παρουσίαση, αποκάλυψη, κυκλοφορία (ταινίας, πληροφοριών κ.λπ.), γνωστοποίηση, δημοσίευση
公式 こうしき N2

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημος, τυπικός
  2. 02 τύπος (π.χ. μαθηματικός)
  3. 03 επίσημος λογαριασμός (σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εταιρείας, οργανισμού κ.λπ.)
おおやけ N1

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημος, κυβερνητικός, τυπικός
  2. 02 δημόσιος (χρήση, ζήτημα, φόρουμ κ.λπ.), κοινός
  3. 03 δημόσια γνώση, δημοσιοποίηση, έκθεση στο δημόσιο βλέμμα
公表 こうひょう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσημη ανακοίνωση, διακήρυξη
公平 こうへい N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 δικαιοσύνη, αμεροληψία, αντικειμενικότητα
公爵 こうしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 πρίγκιπας, δούκας
公演 こうえん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημόσια παράσταση
  2. 02 παράσταση στο εξωτερικό
公認 こうにん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσημη αναγνώριση, επίσημη έγκριση, πιστοποίηση, εξουσιοδότηση
公務 こうむ N2

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη εργασία, δημόσια υπηρεσία
公言 こうげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημόσια δήλωση, διακήρυξη
公衆 こうしゅう N2

ουσιαστικό

  1. 01 το κοινό, το ευρύ κοινό
公共 こうきょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος, κοινός
公正 こうせい N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 δικαιοσύνη, αμεροληψία, αντικειμενικότητα
公然 こうぜん N1

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 δημόσιος, φανερός, επίσημος, απροκάλυπτος
公務員 こうむいん N4

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος υπάλληλος, κυβερνητικός υπάλληλος, εργαζόμενος στον δημόσιο τομέα
公国 こうこく

ουσιαστικό

  1. 01 δουκάτο, πριγκιπάτο
公的 こうてき

επίθετο

  1. 01 δημόσιος, επίσημος
公にする おおやけにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 δημοσιοποιώ