15 αποτελέσματα για «凄»

凄い すごい N4

επίθετο, επίρρημα

  1. 01 τρομερός, φρικτός, φοβερός, απαίσιος
  2. 02 εκπληκτικός (π.χ. για δύναμη), σπουδαίος (π.χ. για ικανότητες), θαυμάσιος, καταπληκτικός, απίστευτος
  3. 03 σε μεγάλο βαθμό, τεράστιος (σε αριθμό)
  4. 04 φοβερά, πολύ, απίστευτα
凄まじい すさまじい

επίθετο

  1. 01 τρομερός, φοβερός, φρικτός, απαίσιος, φρικιαστικός
  2. 02 τεράστιος, καταπληκτικός, εκπληκτικός, φοβερός, κολοσσιαίος, εντυπωσιακός
  3. 03 αποτρόπαιος, σοκαριστικός, συγκλονιστικός, παράλογος, εξωφρενικός
凄惨 せいさん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φρικιαστικός, αποτρόπαιος, τρομακτικός, ζοφερός
凄腕 すごうで

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετική ικανότητα, δεξιοτεχνία, λαμπρή τεχνική
  2. 02 δυναμικός άνθρωπος, πολυμήχανος άνθρωπος, αυθεντία, βιρτουόζος
凄む すごむ

ρήμα

  1. 01 απειλώ, εκφοβίζω, δείχνω απειλητικός
凄み すごみ

ουσιαστικό

  1. 01 ανατριχιαστική όψη, φοβερή ατμόσφαιρα, αγριότητα, απόκοσμη αίσθηση
  2. 02 εκφοβισμός, απειλητική διάθεση, απειλή
凄絶 せいぜつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ακραία φρικιαστικός, ανατριχιαστικός, βίαιος, αιματηρός, σφοδρός
凄艶 せいえん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παράξενα όμορφος, αλλόκοτα γοητευτικός
凄い事になる すごいことになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεφεύγω από τον έλεγχο, καταλήγω σε ακραία κατάσταση
凄烈 せいれつ

επίθετο

  1. 01 άγριος, σφοδρός, δριμύς
凄みを利かせる すごみをきかせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απειλώ, εκφοβίζω
凄文句 すごもんく

ουσιαστικό

  1. 01 απειλητικά λόγια
凄みを利かす すごみをきかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 απειλώ, εκφοβίζω
凄く すごく

επίρρημα

  1. 01 εξαιρετικά, πάρα πολύ, τρομερά, αφάνταστα, απίστευτα, τεράστια
  1. 01 απόκοσμος, ανατριχιαστικός
  2. 02 παράξενος, περίεργος, αλλόκοτος
  3. 03 απειλητικός
  4. 04 φρικτός, απαίσιος, τρομερός