24 αποτελέσματα για «凹»

凹む へこむ N2

ρήμα

  1. 01 βαθουλώνω, κάμπτομαι, υποχωρώ, βουλιάζω, καταρρέω
  2. 02 νικιέμαι, καταβάλλομαι, υποχωρώ, ενδίδω, παραιτούμαι
  3. 03 απογοητεύομαι, νιώθω αποθαρρυμένος, νιώθω καταβεβλημένος
  4. 04 υφίσταμαι απώλεια, χάνω
凹凸 おうとつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανομοιομορφία, ανωμαλία, τραχύτητα, εξογκώματα
  2. 02 ανισορροπία, ανισότητα, ανομοιομορφία, απόκλιση
凹み くぼみ

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα, βαθούλωμα, λακκούβα
凹ます へこます

ρήμα

  1. 01 βαθουλώνω, κάνω εσοχή, πιέζω προς τα μέσα, ταπεινώνω
凹面鏡 おうめんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοίλο κάτοπτρο
凹面 おうめん

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα
  2. 02 κοίλος
凹形 おうけい

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα
凹レンズ おうレンズ

ουσιαστικό

  1. 01 κοίλος φακός
おう

πρόθημα

  1. 01 κοίλος, βαθουλός, βυθισμένος
凹所 おうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα, βαθούλωμα, λακκούβα
凹状 おうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα
凹版印刷 おうはんいんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 βαθυτυπία
凹版 おうはん

ουσιαστικό

  1. 01 βαθυτυπική πλάκα
凹める くぼめる

ρήμα

  1. 01 βαθαίνω, δημιουργώ κοιλότητα
凹たれる へこたれる

ρήμα

  1. 01 αποθαρρύνομαι, χάνω το κουράγιο μου, καταβάλλεσαι, εξαντλούμαι, κουράζομαι
凹田 くぼた

ουσιαστικό

  1. 01 ρυζοχώραφο σε χαμηλή περιοχή
凹角 おうかく

ουσιαστικό

  1. 01 κοίλη γωνία, εσωστρεφής γωνία
凹ませる へこませる

ρήμα

  1. 01 βαθουλώνω, κάνω εσοχή, πιέζω προς τα μέσα, ταπεινώνω
凹眼 おうがん

ουσιαστικό

  1. 01 βαθουλωτά μάτια
凹眼鏡 おうがんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοίλα γυαλιά