32 αποτελέσματα για «削»

削る けずる N2

ρήμα

  1. 01 ξυρίζω (ξύλο, δέρμα κ.λπ.), ξύνω (π.χ. μολύβι), πλανίζω, σκαλίζω, ξεφλουδίζω, αποξέω, διαβρώνω
  2. 02 μειώνω, περικόπτω (προϋπολογισμό, έξοδα, προσωπικό, χρόνο κ.λπ.), περιορίζω
  3. 03 διαγράφω, σβήνω, αφαιρώ
削ぐ そぐ

ρήμα

  1. 01 αποξέω, ξύνω, κόβω ένα κομμάτι
  2. 02 ακονίζω
  3. 03 μετριάζω, μειώνω, εξασθενώ, καταστρέφω (ενθουσιασμό, ενδιαφέρον κ.λπ.)
削除 さくじょ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαγραφή, εξάλειψη, σβήσιμο, απαλοιφή
削り取る けずりとる

ρήμα

  1. 01 ξύνω, αποξέω
削れる けずれる

ρήμα

  1. 01 ξύνομαι, πλανίζομαι
削減 さくげん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περικοπή, μείωση, περιορισμός
削り出す けずりだす

ρήμα

  1. 01 κατεργάζομαι, κόβω, ξύνω
削げる そげる

ρήμα

  1. 01 σχίζομαι, θρυμματίζομαι, ξεφλουδίζομαι, ξύνομαι
  2. 02 κοιλιάζω (π.χ. τα μάγουλα), γίνομαι σκελετωμένος, αδυνατίζω
  3. 03 εξασθενώ (π.χ. το κίνητρο, το ενδιαφέρον), μειώνομαι, ελαττώνομαι, κάμπτομαι
  4. 04 βγαίνω από την τροχιά μου, γίνομαι ασυνήθιστος, παρεκκλίνω
削り落とす けずりおとす

ρήμα

  1. 01 ξύω, αποξέω, πλανίζω
削り けずり

ουσιαστικό

  1. 01 ξύσιμο, πλάνισμα, κόψιμο
  2. 02 ροκανίδια, φλούδες
削り はつり

ουσιαστικό

  1. 01 αποξύσμα, λάξευση (συνήθως σε μπετόν, βαψίματα κ.λπ.), θρυμματισμός
削岩機 さくがんき

ουσιαστικό

  1. 01 γεωτρύπανο, αερόσφυρα, κομπρεσέρ
削り節 けずりぶし

ουσιαστικό

  1. 01 νιφάδες παλαμίδας
削る はつる

ρήμα

  1. 01 αποξέω (κυρίως σκυρόδεμα)
  2. 02 κρατώ ποσοστό, παίρνω προμήθεια
削摩 さくま

ουσιαστικό

  1. 01 διάβρωση, απόξεση
  2. 02 ξύσιμο, φθορά
削りくず けずりくず

ουσιαστικό

  1. 01 ροκανίδια, πριονίδια
削去 さっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφαίρεση, διαγραφή
削除キー さくじょキー

ουσιαστικό

  1. 01 πλήκτρο διαγραφής, πλήκτρο DEL
削り粕 けずりかす

ουσιαστικό

  1. 01 ρινίσματα, ξύσματα
削がれる そがれる

ρήμα

  1. 01 μετριάζομαι (για ενθουσιασμό, απόλαυση κ.λπ.), μειώνομαι, εξασθενώ, καταστρέφομαι